Τον έβλεπε από μακριά να πλησιάζει και σχεδόν δεν τον χόρταινε. Η βροχή βροχή και αυτός σκυφτός και βιαστικός. Τον σταμάτησε και όλο ευγένεια του είπε «Παρακαλώ, μήπως μπορείτε να σταματήσετε τη βροχή;»
Μπορεί να τις έχετε ακουστά σαν «Μπλε Ιστορίες», και να τις έχετε πετύχει σε κάρτες, app για το smartphone, ή απλώς προφορικές διηγήσεις σε παρεΐστικες μαζώξεις και πολύωρα ταξίδια με καράβι.
Ένας κόσμος υπέροχος είναι το βλέμμα του ανθρώπου. Μέσα του ταξιδεύουν οι στιγμές του. Τα καρδιοχτύπια της ψυχής του. Η πίκρα και το παράπονό του. Μέσα του ταξιδεύουν οι άνθρωποι που έγιναν συνοδοιπόροι του στην αναζήτηση για τις μικρές Ιθάκες της ζωής του.
Εκείνο το αγόρι της είχε αρέσει περισσότερο από άλλα γιατί έτσι! Στο νησί τον πέτυχε να κάθεται στο παραδοσιακό ζαχαροπλαστείο. Οι άλλοι έτρωγαν πάστα σεράνο, εκείνος έπινε φραπέ με δαγκωμένο καλαμάκι.
Στην παρατήρησή του ότι ο χώρος είχε πολλή ζέστη, η Λίζα αντέδρασε μ’ ένα νεύμα που έδειχνε τον θερμοστάτη με το γνωστό σήκωμα των ώμων. Εκείνος θερμοκρασία δεν άλλαξε, κάνοντάς το όλο αυτό να μοιάζει με… «το είπα για να το πω».