«Είναι εντάξει», μια φράση καθησυχαστική, σχεδόν παρηγορητική, που επαναλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια όλο και συχνότερα στον δημόσιο λόγο για την ψυχική υγεία. Εμφανίζεται σε αναρτήσεις, καμπάνιες, ομιλίες και δηλώσεις ειδικών, συχνά ακολουθούμενη από γενικές προτροπές όπως «να ακολουθείς τον ρυθμό σου» ή «να μην πιέζεσαι». Η πρόθεση πίσω από αυτούς τους τρόπους διατύπωσης είναι συνήθως καλή: να μειωθεί το στίγμα, να υπάρξει αποδοχή της δυσκολίας, να ακουστεί ότι ο ανθρώπινος πόνος δεν είναι απόκλιση από το φυσιολογικό.
Κι όμως, όσο περισσότερο ακούγεται το «είναι εντάξει», τόσο περισσότερο εγείρεται το ερώτημα αν τελικά είναι βοηθητικό.
Το άρθρο αυτό δεν γράφεται ως αντίδραση στην ευαισθητοποίηση γύρω από την ψυχική υγεία και τη σημασία της αποστιγματοποίησης. Στόχος είναι να προβληματιστούμε σχετικά με τη χρήση – και κυρίως στην κατάχρηση -μιας φράσης που, ενώ μοιάζει φροντιστική, συχνά απλοποιεί και ίσως μας απομακρύνει από την ουσία του ψυχικού βιώματος
Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη
Στα ελληνικά το «είναι εντάξει» δεν λειτουργεί απλώς ως αναγνώριση βιώματος. Πολύ συχνά σηματοδοτεί την εξομάλυνση ή το τέλος μιας συζήτησης, τη διαβεβαίωση ότι «δεν υπάρχει κάτι που χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση». Σ΄ ένα ψυχολογικό επίπεδο μπορεί να υπονοεί μια μετάβαση σε κάτι που έχει τακτοποιηθεί και δεν υπάρχει ανάγκη να το δούμε παραπάνω. Σε αντίθεση με την αγγλική φράση «it’s okay», που μπορεί να αφήνει περισσότερο χώρο για συναισθηματική πολυπλοκότητα, το ελληνικό «εντάξει» κουβαλά μια τάση τακτοποίησης: όλα μπαίνουν στη θέση τους και προχωράμε παρακάτω.
Όταν, λοιπόν, χρησιμοποιείται για να περιγράψει ψυχικές δυσκολίες, συχνά τις σκεπάζει, τις «κλείνει» πρόωρα χωρίς να τις αναγνωρίζει.
Από την αποστιγματοποίηση στην εξομάλυνση
Η φράση «είναι εντάξει να μην είσαι εντάξει» προωθήθηκε στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να αρθεί το στίγμα της ψυχικής διαταραχής, η αρνητική κοινωνική στάση και να δοθεί η δυνατότητα να εκφράσουμε την ευαλωτότητα. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της πανδημίας και τα χρόνια που ακολούθησαν, η ανάγκη αυτή ήταν εντονότερη λόγω της απότομης απώλειας των σημείων αναφοράς και της καθημερινότητας που οδήγησε σε μια αίσθηση ότι χάνουμε τα όρια του εαυτού μας.
Έκτοτε, η φράση «έντυσε» κατά κόρον τον δημόσιο λόγο της ψυχικής υγείας και κατέληξε να λειτουργεί ως σλόγκαν. Ωστόσο, φτάσαμε να μην ξεχωρίζουμε το παροδικό από το χρόνιο, την ανθρώπινη κόπωση από την ψυχική κατάρρευση, το «ζορίζομαι» από το «δεν αντέχω άλλο». Άλλο π.χ. η πρόσκαιρη στεναχώρια μετά από μια δύσκολη μέρα ή ένα απογοητευτικό γεγονός και άλλο η κατάθλιψη που διαρκεί εβδομάδες ή μήνες και επηρεάζει τη λειτουργικότητα. Το «είναι εντάξει» ισοπέδωσε την ένταση των βιωμάτων και οι δυσκολίες μοιάζουν να εξομοιώνονται.
Όταν όλα είναι «εντάξει»
Η συνεχής χρήση του «είναι εντάξει» καταλήγει, κατά τη γνώμη μου, να αποδυναμώνει το ίδιο το αίτημα για βοήθεια. Οι επείγουσες ή σοβαρές καταστάσεις υποβαθμίζονται μέσα από την κανονικοποίηση των συμπτωμάτων, ακριβώς επειδή «είναι εντάξει».
Τελικά, η φράση λειτουργεί καθησυχαστικά όχι μόνο προς το άτομο που υποφέρει, αλλά και προς το περιβάλλον του. Απευθύνεται, δηλαδή, και στους σημαντικούς άλλους, μειώνοντας την αίσθηση επείγοντος και ενισχύοντας τον κίνδυνο τα συμπτώματα μιας ψυχικής διαταραχής να θεωρηθούν υπερβολή ή φάση που θα περάσει.
Η ψευδαίσθηση φροντίδας
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η ευθύνη των ειδικών ψυχικής υγείας, καθώς οι τοποθετήσεις μας φέρουν διαφορετική βαρύτητα. Η επιρροή πολλαπλασιάζεται στα social media, αφού μια φράση δεν απευθύνεται πια σε έναν άνθρωπο ή σε μια θεραπευτική σχέση, αλλά σε ένα μαζικό ακροατήριο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το «είναι εντάξει» γίνεται εύχρηστο, εύκολο στην αναπαραγωγή του και «ασφαλές». Χωρά σε μια ανάρτηση, σε ένα story, σε ένα σύντομο μήνυμα ενσυναίσθησης που δεν εκθέτει, δεν δεσμεύει και δεν απαιτεί συνέχεια. Όσο όμως απλοποιείται για να ταιριάζει στον δημόσιο ψηφιακό λόγο, τόσο αποσυνδέεται από την κλινική του σημασία.
Όταν εντάσσουμε με ευκολία το «είναι εντάξει» στο θεραπευτικό ή συμβουλευτικό μας λεξιλόγιο και, κυρίως, όταν το μεταφέρουμε άκριτα στον δημόσιο λόγο, η φράση μετατρέπεται σε εύκολη φροντίδα. Μια πρόχειρη ενσυναίσθηση που έχει χαμηλό ρίσκο και δεν απαιτεί παρουσία, πραγματική ακρόαση, διαφοροποίηση.
Έτσι, δεν είναι σπάνιο άτομα που βιώνουν έντονα συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης ή αποδιοργάνωσης να δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τη σοβαρότητα αυτών των συμπτωμάτων, ακριβώς επειδή έχουν «εκπαιδευτεί» να τα βλέπουν υπό το πρίσμα του «είναι εντάξει». Άλλωστε «έτσι δεν νιώθουν όλοι;», «δεν είναι φυσιολογικό μετά απ’ όλα αυτά;» Συνεπώς, επηρεάζεται η εσωτερική σχέση του ατόμου με το βίωμα του, το οποίο είτε μπορεί να το «κλείνει» πρόωρα είτε να το ακυρώνει «Δεν έχω δικαίωμα να νιώθω έτσι», «Είναι υπερβολικό αυτό που νιώθω», «Υπάρχουν και χειρότερα».
Όμως ό,τι δεν αναγνωρίζεται δεν εξαφανίζεται, αλλά συσσωρεύεται και εμφανίζεται με άλλες μορφές, π.χ. σωματοποιήσεις, συναισθηματική ένταση κ.α. Καθώς το «είναι εντάξει» καταλαμβάνει περισσότερο χώρο, χάνουμε την ικανότητά μας να διακρίνουμε πότε όντως χρειαζόμαστε βοήθεια και πότε μπορούμε μόνοι μας να διαχειριστούμε αυτό που μας ταλαιπωρεί. Μαθαίνουμε, δηλαδή, να μην εμπιστευόμαστε τα δικά μας σήματα και καταλήγουμε σε μια μορφή αυτό-λογοκρισίας που μας απομακρύνει από την εσωτερική εμπειρία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις το «είναι εντάξει» λειτουργεί ως καθυστέρηση της φροντίδας, ως ένας ενδιάμεσος χώρος όπου ο πόνος επιτρέπεται να υπάρχει, χωρίς να απαιτεί πολλά, ούτε χρόνο ούτε βάθος ούτε ουσιαστική εμπλοκή.
Η θεραπευτική ευθύνη των ειδικών ψυχικής υγείας, ιδιαίτερα όταν ο λόγος μας εκτίθεται δημόσια, δεν έγκειται στο να καθησυχάζουμε ότι όλα είναι εντάξει, αλλά να αντέχουμε να ακούσουμε αυτά που δεν είναι.
Η γενίκευση «αδειάζει» τελικά το νόημα;
Φράσεις όπως «είναι εντάξει να ακολουθείς τον ρυθμό σου» ή «είναι εντάξει να μην έχεις απαντήσεις» αποτελούν γενικεύσεις που στερούνται πλαισίου, σχέσης και εξατομικευμένης κατανόησης. Έτσι, το μήνυμα, ενώ μοιάζει να εμπεριέχει ενσυναίσθηση, τείνει προς μια κενή διαβεβαίωση που δεν έχει σύνδεση ούτε ψυχολογική ουσία.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το ¨είναι εντάξει” ταιριάζει ιδανικά στη λογική των social media ως εύκολα κοινοποιήσιμο περιεχόμενο. Φυσικά, η παραγωγή ψηφιακού περιεχομένου για την ψυχική υγεία είναι απαραίτητη για την έγκυρη ενημέρωση, ωστόσο όταν πολύπλοκα ζητήματα συμπιέζονται σε εύπεπτα μηνύματα, εξυπηρετούν κυρίως την ορατότητα και το άμεσο engagement.
Ίσως, τελικά, να μην χρειαζόμαστε περισσότερες φράσεις που να μας διαβεβαιώνουν ότι όλα είναι εντάξει, αλλά περισσότερο χώρο για να ακουστεί το «δεν είμαι καλά», χωρίς αυτό να χρειάζεται εξομάλυνση ή καθησυχασμό.
Ίσως εκεί, στην αντοχή του να μην είναι όλα εντάξει, να βρισκόμαστε πιο κοντά τόσο στην πραγματική φροντίδα όσο και σε μια ουσιαστικότερη εξάλειψη του στίγματος.
Γράφει η Γιώτα Στύλου
Εκπαιδευτική & Αναπτυξιακή ψυχολόγοςΨυχοθεραπεύτρια






0 σχόλια: