Στη μακριά λίστα εκείνων που μπορεί να οδηγήσουν σε δερματικές, γαστρεντερικές ή συστηματικές αντιδράσεις, περιλαμβάνονται, επίσης:
- Ακτινίδια,
- πεπόνια,
- σταφύλια,
- ανανάδες,
- μπανάνες,
- μήλα,
- μάνγκο.
Την εποχή, όμως, που διανύουμε το σύκο είναι αναμφισβήτητα το φρούτο που χρήζει της προσοχής μας.
Συμπτώματα
Τις περισσότερες φορές περιορίζονται σε τοπικό επίπεδο, συνήθως στη στοματική κοιλότητα (σύνδρομο στοματικής αλλεργίας), λίγα λεπτά μετά από την κατανάλωση του φρούτου. Στα συμπτώματα συμπεριλαμβάνονται ο κνησμός και το αίσθημα μυρμηγκιάσματος.
Επειδή τα φρούτα περιέχουν αλλεργιογόνα διαφορετικών κατηγοριών όσοι έχουν αλλεργία σε αυτά μπορεί να εμφανίσουν διαφορετικές αντιδράσεις στο ίδιο φρούτο. Η ένταση των συμπτωμάτων ποικίλλει μεταξύ των ατόμων και εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το επίπεδο έκθεσης στο αλλεργιογόνο.
Το σύκο
Το σύκο είναι αναμφισβήτητα ο «βασιλιάς» των φρούτων το φθινόπωρο. Καταναλώνεται για τη θρεπτική του αξία και τη μοναδική γεύση του. Ωστόσο, για ορισμένα άτομα, η βρώση του μπορεί να οδηγήσει σε αλλεργικές αντιδράσεις.
Περιέχουν φουρανοκουμαρίνες στον καρπό και τα φύλλα. Αυτές οι χημικές ουσίες μπορούν να εισέλθουν στο δέρμα και σε συνδυασμό με την υπεριώδη ακτινοβολία (ηλιακό φως) να προκαλέσουν εξάνθημα σαν ηλιακό έγκαυμα.
Τα σύκα είναι μια τροφή υψηλής περιεκτικότητας σε ισταμίνη, και σε FODMAP (Ζυμώσιμοι Λιγοσακχαρίτες, Δισακχαρίτες, Μονοσακχαρίτες και Πολυόλες). Τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε FODMAP μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα τροφικής δυσανεξίας, επηρεάζοντας το γαστρεντερικό σύστημα και αυτό μπορεί να εκληφθεί εσφαλμένα ως πραγματική τροφική αλλεργία με άμεση παραγωγή αντισωμάτων IgE.
Επίσης, τα φρέσκα σύκα έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε σαλικυλικά, σε αντίθεση με τα αποξηραμένα, τα οποία δύνανται να προκαλέσουν επιδείνωση του άσθματος, πρήξιμο, κνησμό και κνίδωση, καθώς και συμπτώματα τροφικής δυσανεξίας σε άτομα που είναι ευαίσθητα σε αυτά.
Η διάγνωση της αλλεργίας στα φρούτα
Η διάγνωση της αλλεργίας στα σύκα, όπως και σε κάθε άλλη τροφή, περιλαμβάνει τη λήψη λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού, εξετάσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τροφική πρόκληση.
Ο έλεγχος μπορεί να γίνει μέσω δερματικού τεστ δια νυγμού, κατά το οποίο εφαρμόζεται μια μικρή ποσότητα εκχυλίσματος σύκου στο δέρμα. Οι αλλεργικοί αναπτύσσουν ένα μικρό εξόγκωμα στο σημείο της εξέτασης. Αιματολογικές εξετάσεις μπορούν να δείξουν τα επίπεδα συγκεκριμένων αντισωμάτων που παράγει το σώμα ως απόκριση στο αλλεργιογόνο.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, απαιτείται μια από του στόματος δοκιμασία τροφικής πρόκλησης, δηλαδή η κατανάλωση μιας μικρής ποσότητας σύκου υπό ιατρική παρακολούθηση για τον εντοπισμό τυχόν αλλεργικών αντιδράσεων.
«Η πρόληψη μιας αλλεργικής αντίδρασης στα σύκα ή άλλο φρούτο επιτυγχάνεται με την αποφυγή τους, όπως και οποιωνδήποτε προϊόντων τα περιέχουν. Ωστόσο, αυτή τη τακτική δεν είναι πάντα εφικτή και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι επικίνδυνη, αφού είναι αδύνατος ο απόλυτος έλεγχος των προϊόντων που καταναλώνονται», εξηγεί ο ειδικός.
Αντιμετώπιση
Τα ήπια συμπτώματα (π.χ. φαγούρα, κνίδωση, ρινική συμφόρηση) αντιμετωπίζονται με αντιισταμινικά, ενώ όταν εμφανίζονται σοβαρότερες αντιδράσεις συστήνονται κορτικοστεροειδή για τη μείωση της φλεγμονής. Όσοι έχουν παρουσιάσει στο παρελθόν αναφυλαξία πρέπει να έχουν πάντα μαζί τους συσκευές αυτοενιέμενης αδρεναλίνης (επινεφρίνης).
Για κάποιους ανθρώπους υπάρχει και η επιλογή της ανοσοθεραπείας, δηλαδή της χορήγησης του αλλεργιογόνου σε μικρές δόσεις, προκειμένου να αναπτύξει ανοχή σε αυτό, υπό την καθοδήγηση αλλεργιολόγου. Αυτή η μέθοδος μπορεί να είναι αποτελεσματική για τη θεραπεία διαφόρων τύπων αλλεργιών και όχι μόνο στα τρόφιμα.
Με αυτόν τον τρόπο ο ασθενής μπορεί να ζήσει μια φυσιολογική ζωή, χωρίς το μόνιμο άγχος της αποφυγής του αλλεργιογόνου, που επιβάλλει την ανάγνωση ετικετών προϊόντων, την ενημέρωση φίλων και γνωστών για τη ύπαρξη της αλλεργίας και τους τρόπους αντιμετώπισης τυχόν σοβαρών αντιδράσεων παρουσία τους, την ερώτηση για τα συστατικά που περιέχουν τα φαγητά σε εστιατόρια κ.ο.κ..
Είναι σημαντικό το αλλεργικό άτομο να ζητά ιατρική καθοδήγηση, εάν υποψιάζεται ότι έχει αλλεργία σε οποιοδήποτε τρόφιμο ή ουσία, γιατί η διάγνωση ορίζει τον σωστό τρόπο αντιμετώπισης. Επίσης, οι τακτικοί έλεγχοι βοηθούν στην παρακολούθηση της αλλεργίας και στην προσαρμογή της θεραπείας.
«Εάν τα συμπτώματα επιδεινώνονται ή εάν η θεραπεία που ακολουθείται δεν είναι πλέον αποτελεσματική, ο γιατρός μπορεί να την αναπροσαρμόσει, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο σοβαρών-απειλητικών αντιδράσεων και βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής του ασθενούς», καταλήγει ο δρ Τερσιπαζόγλου.






0 σχόλια: