Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα αφορά τους diesel που συναντάμε σε επιβατικά μοντέλα, SUV και pick-up, δηλαδή σε εφαρμογές όπου μπορεί κανείς να συγκρίνει πιο δίκαια έναν πετρελαιοκινητήρα με έναν αντίστοιχο βενζινοκινητήρα. Σε αυτή την κατηγορία, οι διαφορές δεν έχουν να κάνουν μόνο με την κατανάλωση ή τη ροπή, αλλά και με το πώς είναι φτιαγμένος ο κινητήρας για να αντέχει.
Το καύσιμο παίζει μεγαλύτερο ρόλο απ’ όσο φαίνεται
Ένας από τους βασικούς λόγους που οι diesel κινητήρες θεωρούνται πιο ανθεκτικοί είναι το ίδιο το καύσιμο. Το πετρέλαιο κίνησης έχει καλύτερες λιπαντικές ιδιότητες από τη βενζίνη, κάτι που στη μηχανολογία περιγράφεται με τον όρο λιπαντικότητα. Με απλά λόγια, πρόκειται για την ικανότητα ενός υγρού να περιορίζει την τριβή ανάμεσα σε μεταλλικές επιφάνειες. Η βενζίνη είναι πιο «στεγνό» καύσιμο ως προς αυτή τη συμπεριφορά. Το πετρέλαιο, αντίθετα, έχει μεγαλύτερη πυκνότητα και διαφορετική σύσταση, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον για ορισμένα μηχανικά μέρη του συστήματος τροφοδοσίας και καύσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το καύσιμο αντικαθιστά το λιπαντικό του κινητήρα, αλλά ότι η ίδια η φύση του diesel συμβάλλει στη μείωση της φθοράς σε συγκεκριμένες συνθήκες λειτουργίας.
Παράλληλα, το πετρέλαιο είναι και πιο ενεργειακά πυκνό καύσιμο. Περιέχει περισσότερη ενέργεια ανά λίτρο σε σχέση με τη βενζίνη, γεγονός που επιτρέπει στον κινητήρα να αποδίδει ισχυρή ροπή χωρίς να χρειάζεται να ανεβάζει πολλές στροφές. Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που διαμορφώνουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των diesel.
Η σημασία της λιπαντικότητας
Η λιπαντικότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα με το ιξώδες, παρότι οι δύο έννοιες συχνά μπερδεύονται. Το ιξώδες δείχνει πόσο εύκολα ρέει ένα υγρό, ενώ η λιπαντικότητα περιγράφει πόσο αποτελεσματικά μειώνει την τριβή. Στην πράξη, ένας κινητήρας χρειάζεται σωστή λίπανση για να περιορίζεται η φθορά από την επαφή μετάλλου με μέταλλο. Στους diesel, το καύσιμο λειτουργεί σε ένα σύστημα υψηλής πίεσης και συνεργάζεται με εξαρτήματα που πρέπει να δουλεύουν με μεγάλη ακρίβεια. Η καλύτερη λιπαντική συμπεριφορά του πετρελαίου βοηθά αυτά τα μέρη να αντέχουν περισσότερο, ειδικά όταν ο κινητήρας συντηρείται σωστά και χρησιμοποιεί καύσιμο καλής ποιότητας. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι diesel απέκτησαν τη φήμη του «δουλευταρά». Δεν είναι μόνο θέμα κυβισμού ή ροπής. Είναι και θέμα μηχανικής φιλοσοφίας, όπου η χαμηλότερη καταπόνηση σε στροφές συνδυάζεται με καύσιμο που ταιριάζει καλύτερα σε βαριά χρήση.
Υψηλή συμπίεση, πιο στιβαρή κατασκευή
Σε αντίθεση με τους βενζινοκινητήρες, οι diesel δεν χρησιμοποιούν μπουζί για την ανάφλεξη του μείγματος. Η καύση γίνεται μέσω της υψηλής συμπίεσης του αέρα μέσα στον κύλινδρο, η οποία ανεβάζει τη θερμοκρασία σε επίπεδο ικανό να προκαλέσει την ανάφλεξη του καυσίμου όταν αυτό ψεκαστεί.
Αυτό απαιτεί πολύ μεγαλύτερες πιέσεις στο εσωτερικό του κινητήρα. Για να αντέξει αυτές τις δυνάμεις, ένας diesel χρειάζεται πιο ενισχυμένο μπλοκ, ανθεκτικότερους κυλίνδρους, ισχυρότερο στρόφαλο, πιο στιβαρά έμβολα και γενικά μια κατασκευή προσανατολισμένη στην αντοχή. Με άλλα λόγια, η διάρκεια ζωής δεν είναι τυχαίο αποτέλεσμα. Είναι σε μεγάλο βαθμό συνέπεια των απαιτήσεων που θέτει ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας. Η υψηλή συμπίεση συνδέεται επίσης με μεγαλύτερη διαδρομή εμβόλου. Ένας diesel συχνά δουλεύει με μακρύτερη διαδρομή, κάτι που ευνοεί την παραγωγή ροπής χαμηλά. Αυτό εξηγεί γιατί πολλοί πετρελαιοκινητήρες δείχνουν τόσο άνετοι σε χαμηλές και μεσαίες στροφές, χωρίς να χρειάζεται ο οδηγός να τους πιέζει ψηλά στο στροφόμετρο.
Τα μεγαλύτερα εξαρτήματα φθείρονται πιο αργά
Ένας diesel κινητήρας συνήθως δεν ανεβάζει στροφές όπως ένας βενζινοκινητήρας. Το κόκκινο όριο στο στροφόμετρο βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα και αυτό έχει άμεση σχέση με τη φθορά. Όσο περισσότερες περιστροφές κάνει ένας κινητήρας ανά λεπτό, τόσο περισσότερες φορές κινούνται τα έμβολα, οι μπιέλες, οι βαλβίδες και τα υπόλοιπα μηχανικά μέρη. Με απλά λόγια, οι υψηλές στροφές επιταχύνουν τον μηχανικό κύκλο ζωής των εξαρτημάτων. Ένας βενζινοκινητήρας μπορεί να παράγει ισχύ ανεβαίνοντας ψηλότερα σε στροφές, όμως αυτό συνεπάγεται περισσότερες κινήσεις, περισσότερη θερμική καταπόνηση και συχνά μεγαλύτερη φθορά σε βάθος χρόνου. Ο diesel ακολουθεί διαφορετική λογική. Παράγει περισσότερη ροπή σε χαμηλότερες στροφές, αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη ενεργειακή πυκνότητα του καυσίμου και τη σχεδίαση με μεγαλύτερη διαδρομή εμβόλου. Έτσι, για την ίδια καθημερινή εργασία, μπορεί να λειτουργεί πιο ήρεμα και με μικρότερο αριθμό κύκλων ανά χιλιόμετρο.
Όλα τα παραπάνω δείχνουν γιατί ένας diesel έχει τις προϋποθέσεις να αντέξει περισσότερο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε πετρελαιοκινητήρας είναι αυτομάτως πιο αξιόπιστος από κάθε βενζινοκινητήρα. Η τεχνολογία των σύγχρονων diesel είναι πολύ πιο σύνθετη από παλιά και η μακροζωία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χρήση και τη συντήρηση. Συστήματα όπως το τούρμπο, ο ψεκασμός υψηλής πίεσης, το φίλτρο μικροσωματιδίων, η ανακύκλωση καυσαερίων και τα συστήματα μείωσης ρύπων κάνουν τον σύγχρονο diesel πιο καθαρό και αποδοτικό, αλλά προσθέτουν κόστος και πολυπλοκότητα. Ένας κινητήρας που κάνει συνεχώς μικρές αστικές διαδρομές, χωρίς να φτάνει συχνά σε σωστή θερμοκρασία λειτουργίας, μπορεί να αντιμετωπίσει προβλήματα που δεν σχετίζονται με το βασικό μηχανικό σύνολο, αλλά με τα περιφερειακά του. Από την άλλη πλευρά, ένας βενζινοκινητήρας που συντηρείται σωστά, δουλεύει με ποιοτικά λιπαντικά και δεν πιέζεται διαρκώς στο όριο, μπορεί επίσης να γράψει πολλά χιλιόμετρα. Η διαφορά είναι ότι ο diesel, όταν βρίσκεται στο σωστό περιβάλλον χρήσης, έχει από τη φύση του περισσότερα μηχανικά πλεονεκτήματα ως προς τη μακροχρόνια αντοχή.
Το κόστος αγοράς και συντήρησης αλλάζει την εικόνα
Η πιο στιβαρή κατασκευή ενός diesel δεν έρχεται χωρίς κόστος. Τα ανθεκτικότερα εξαρτήματα, τα συστήματα υψηλής πίεσης και η συνολικά πιο βαριά μηχανική αρχιτεκτονική αυξάνουν την τιμή αγοράς. Υπάρχει, όμως, και η πλευρά της κατανάλωσης. Ένας diesel σε ένα μεγάλο SUV μπορεί να εμφανίζει μέση κατανάλωση περίπου 6,5 l/100 km., όταν ένας αντίστοιχος σε κυβικά βενζινοκινητήρας μπορεί να ξεπερνάει τα 10 l/100 km. σε μικτή χρήση.
Η διαφορά είναι σημαντική, ειδικά για όποιον καλύπτει πολλά χιλιόμετρα κάθε χρόνο ή χρησιμοποιεί το όχημα για ταξίδια, ρυμούλκηση ή επαγγελματική μετακίνηση. Βέβαια, η οικονομία στο καύσιμο πρέπει να ζυγιστεί μαζί με το πιθανό κόστος συντήρησης. Ένας diesel μπορεί να καίει λιγότερο, αλλά όταν χρειαστεί επέμβαση σε σύστημα ψεκασμού, turbo ή αντιρρυπαντικό εξοπλισμό, ο λογαριασμός μπορεί να είναι υψηλότερος. Γι’ αυτό η επιλογή του δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στη θεωρητική διάρκεια ζωής, αλλά στο συνολικό προφίλ χρήσης.





0 σχόλια: