Η βασική δυσκολία είναι ότι τα περισσότερα συμπληρώματα δεν περνούν από τις αυστηρές, μεγάλης κλίμακας κλινικές δοκιμές που απαιτούνται για τα φάρμακα. Στις ΗΠΑ, επισημαίνει το δημοσίευμα, για τα συμπληρώματα διατροφής υπάρχει περιορισμένος έλεγχος από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), επομένως η ευθύνη για την ασφάλεια και την ακρίβεια των ισχυρισμών βαραίνει κυρίως τους ίδιους τους παρασκευαστές. Παρότι η βιομηχανία φαρμάκων για την παρασκευή των προϊόντων βασίζεται σε μηχανισμούς που σχετίζονται με νευροεκφυλιστικές ασθένειες, φλεγμονή, οξειδωτικό στρες, το γεγονός ότι μια ουσία παρουσιάζει ενδιαφέρον σε εργαστηριακές δοκιμές ή σε ορισμένους ασθενείς δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πράγματι βελτιώνει τη μνήμη ή την προσοχή σε υγιείς ανθρώπους.
Ιδιαίτερα επικριτικός σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προωθούνται τέτοια σκευάσματα εμφανίζεται ο Πίτερ Κοέν, αναπληρωτής καθηγητής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Όπως υποστηρίζει στην αμερικανική εφημερίδα, ο όρος «υγεία εγκεφάλου» είναι τόσο ασαφής που μπορεί να σημαίνει σχεδόν οτιδήποτε. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι μελέτες που έχουν διεξαχθεί σχετικά με τα συμπληρώματα συχνά χαρακτηρίζονται από μικρά δείγματα, διαφορετικές μεθοδολογίες και ασαφείς στόχους. Επομένως, μπορεί να υπάρχουν βιολογικές ενδείξεις, όχι όμως η απόδειξη ότι τα περισσότερα προϊόντα βελτιώνουν πραγματικά τη γνωστική απόδοση. Ακόμη και περιπτώσεις που αρχικά θεωρήθηκαν ελπιδοφόρες δεν επιβεβαιώθηκαν. Τη δεκαετία του 1990, για παράδειγμα, υψηλές δόσεις βιταμίνης Ε φάνηκε να επιβραδύνουν τη λειτουργική επιδείνωση σε ασθενείς με Αλτσχάιμερ. Αργότερα, ωστόσο, προέκυψαν δεδομένα για αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας, με αποτέλεσμα η αρχική αισιοδοξία να περιοριστεί σημαντικά

Πηγή




0 σχόλια: