Η λύση, σύμφωνα με τη στωική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων στοχαστών, βρίσκεται στη διάκριση μεταξύ όσων μπορούμε να ελέγξουμε και όσων δεν μπορούμε. Δεν είναι δυνατόν να ελέγξουμε τις πράξεις, τις λέξεις ή τις επιλογές του άλλου ανθρώπου, αλλά μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως τον τρόπο με τον οποίο εμείς αντιδρούμε. Με αυτή την οπτική, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο σύντροφος δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στις προσδοκίες μας· κάθε άνθρωπος φέρει τις δικές του ανάγκες, επιθυμίες, απόψεις και προτεραιότητες.
Όταν, λοιπόν, ο σύντροφος εκφράζει κάτι που μας ενοχλεί, μας φαίνεται παράλογο ή μας προκαλεί εκνευρισμό, ποια στάση μπορούμε να υιοθετήσουμε; Ο καθηγητής ψυχολογίας Jeffrey S. Nevid προτείνει δύο βασικές επιλογές: είτε να αφήσουμε τα συναισθήματά μας να καθοδηγήσουν την αντίδρασή μας –συχνά με αρνητικό τρόπο–, είτε να επιλέξουμε μια πιο εποικοδομητική προσέγγιση, η οποία βασίζεται σε δύο απλές λέξεις: «Ναι, αλλά».
Η φράση «ναι, αλλά» λειτουργεί ως ισχυρό εργαλείο επικοινωνίας, καθώς αποτελείται από δύο σαφή στάδια. Το «ναι» εκφράζει αναγνώριση και επικύρωση των συναισθημάτων, των αναγκών ή των επιθυμιών του άλλου, δείχνοντας σεβασμό και κατανόηση. Ακολουθεί το «αλλά», με το οποίο εκφράζουμε ήρεμα και ξεκάθαρα τις δικές μας ανάγκες και θέσεις, χωρίς να ακυρώνουμε τον συνομιλητή.
Στην πράξη, πολλοί ξεκινούν αμέσως με το «αλλά», απαριθμώντας λόγους για τους οποίους ο άλλος «κάνει λάθος» ή «δεν καταλαβαίνει», υψώνοντας τον τόνο, υιοθετώντας αμυντική ή επικριτική στάση. Αυτό συχνά οδηγεί σε κλιμάκωση της έντασης, σε έντονες διαμάχες και, τελικά, σε αίσθημα ματαίωσης και απόστασης.
Αντίθετα, η προτεινόμενη μέθοδος εστιάζει στην αρχική αναγνώριση: πρώτα επικυρώνουμε το συναίσθημα ή το αίτημα του άλλου («ναι»), και έπειτα παρουσιάζουμε τη δική μας οπτική («αλλά»). Για να εφαρμοστεί αποτελεσματικά, ο ειδικός προτείνει τρία βήματα:
- Παύση: Καταστέλλουμε την άμεση, παρορμητική αντίδραση και παίρνουμε μια μικρή ανάσα πριν μιλήσουμε.
- Συλλογισμός: Σκεφτόμαστε συνειδητά τι πρόκειται να πούμε, αποφεύγοντας την αυτόματη αρνητική απάντηση.
- Απάντηση: Χρησιμοποιούμε τη δομή «ναι, αλλά», ξεκινώντας πάντα με την αναγνώριση των συναισθημάτων ή των αναγκών του άλλου και συνεχίζοντας με την ήρεμη έκφραση των δικών μας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: όταν η σύζυγος διακόπτει τον σύντροφό της με ένα αίτημα που εκείνος θεωρεί επείγον αλλά δευτερεύον, η τυπική αντίδραση «Δεν βλέπεις ότι δουλεύω;» δημιουργεί ένταση. Αντίθετα, μια απάντηση όπως «Καταλαβαίνω ότι αυτό είναι σημαντικό για σένα και θέλω να σε βοηθήσω… μήπως να το δούμε λίγο αργότερα;» αλλάζει ριζικά την ατμόσφαιρα, διατηρώντας τον σεβασμό και ανοίγοντας δρόμο για συνεννόηση.
Δύο μικρές λέξεις –«ναι, αλλά»– μπορούν, λοιπόν, να αποτρέψουν πολλές συγκρούσεις και να ενισχύσουν την ποιότητα της επικοινωνίας μέσα στη σχέση.





0 σχόλια: