Κάποτε τα καλοκαίρια μετρούσαμε παγωτά, μπάνια στη θάλασσα και ταινίες που είδαμε στα θερινά. Οι άνθρωποι χαμογελούσαν πιο εύκολα, κοιτούσαν ο ένας τον άλλο χωρίς δεύτερες σκέψεις. Υπήρχε μια αθωότητα στην καθημερινότητα, ένας αυθορμητισμός που δεν χρειαζόταν φίλτρα, likes ή αποδείξεις. Υπήρχε ανεμελιά. Και μετά, ήρθε κάτι που σταμάτησε τον χρόνο.
Ο κορωνοϊός και η καραντίνα, σαν μια παύση βίαιη, μας κλείδωσαν μέσα, αλλά κυρίως μάς έκλεισαν προς τα μέσα. Κάθε μέρα μετρούσαμε κρούσματα και απουσίες. Οι ειδήσεις έγιναν τρόμος, ο τρόμος ρουτίνα. Κάθε ειδοποίηση στο κινητό ένα ακόμη μικρό ρήγμα στην ψυχή.
Δεν μιλάμε πια για τον Αύγουστο με την καλοκαιρινή του απλότητα. Μιλάμε για τον Αύγουστο των καμένων τοπίων, της αποπνικτικής ζέστης, του φόβου μήπως αύριο δεν υπάρχει δάσος, δεν υπάρχει σπίτι, δεν υπάρχει αύριο. Η ξεγνοιασιά έγινε στάχτη. Δεν μετράμε πια παγωτά — μετράμε θερμοκρασίες, πυρκαγιές, λεπτά μέσα σε κλιματιζόμενους χώρους.
Και κάπως έτσι, οι άνθρωποι, κουρασμένοι από την συνεχή εγρήγορση, άρχισαν να αποσύρονται. Όχι μόνο στα σπίτια τους, αλλά και μέσα τους. Άρχισαν να φοβούνται να επενδύσουν σε σχέσεις, να δώσουν, να δεθούν. Σαν να έγιναν όλοι πιο προσεκτικοί, πιο καχύποπτοι, πιο μοναχικοί. Το ίντερνετ, αντί να μας φέρει πιο κοντά, μάς έδωσε μια ψευδαίσθηση επαφής. Και όμως, πιο πολλοί από ποτέ νιώθουν μόνοι.
Η ανεμελιά δεν πέθανε. Κρύφτηκε. Κρύφτηκε πίσω από την ανάγκη για επιβίωση, πίσω από την απελπισία του “πάλι κάτι έγινε σήμερα”, πίσω από τα γρήγορα scroll και τα βιαστικά “καλά είμαι, εσύ;”. Και όμως — είναι ακόμα εδώ.
Στο ηλιοβασίλεμα που δεν τραβάς φωτογραφία. Στο γέλιο ενός φίλου που δεν ακούς πίσω από ακουστικά. Στη στιγμή που μυρίζεις φρεσκοψημένο ψωμί και για λίγο ξεχνάς όλα τα υπόλοιπα. Στο μπάνιο στη θάλασσα χωρίς να κοιτάς το ρολόι. Στο να πεις “σ’ αγαπώ” χωρίς να φοβηθείς. Στο να πάρεις έναν άνθρωπο από το χέρι και να του πεις “πάμε μια βόλτα;”.
Αυτό είναι το στοίχημα: να θυμηθούμε τη στιγμή. Όχι την επόμενη, ούτε την προηγούμενη — αυτή. Τώρα. Την πιο μικρή, φαινομενικά ασήμαντη, καθημερινή ομορφιά που μάθαμε να αγνοούμε. Να βγούμε από το μυαλό μας και να μπούμε ξανά στη ζωή μας. Να ζήσουμε. Να μη ζούμε μόνο με προϋποθέσεις.
Γιατί η ανεμελιά δεν είναι απλώς απουσία ευθυνών — είναι παρουσία ψυχής. Είναι όταν κοιτάς κάτι όμορφο και δεν σκέφτεσαι τίποτα. Είναι όταν το καλοκαίρι δεν είναι μια εποχή στο ημερολόγιο, αλλά μια αίσθηση μέσα σου.
Ίσως να μην επιστρέψουμε ποτέ στην παλιά ανεμελιά. Αλλά μπορούμε να βρούμε μια καινούργια — πιο ώριμη, πιο συνειδητή, πιο αληθινή. Αυτή που επιλέγεις, όχι επειδή όλα είναι καλά, αλλά επειδή εσύ θέλεις να είσαι παρών στα καλά, στα δύσκολα, σε όλα. Και αυτό, τελικά, είναι το πιο αισιόδοξο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε.
Να υπάρχουμε. Να ελπίζουμε. Να ξαναπιάνουμε το νήμα από την αρχή.





0 σχόλια: