Τα καινούργια του τραγούδια, η συνεργασία του με τον Στέλιο Ρόκκο, το ανανεωμένο look: ο δημοφιλής τραγουδοποιός αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες που κρύβονται πίσω από τα νέα του βήματα.
Μερικές φορές ζηλεύω τους νέους ανθρώπους που ακούγονται τόσο σίγουροι για τις απόψεις τους. Το ένιωσα ξανά στην κουβέντα που είχα με τον –κοντοκουρεμένο πλέον– Δήμο Αναστασιάδη, καλλιτέχνη που πρωτοάκουσα πριν από λίγα χρόνια στην επιτυχημένη ποπ μπαλάντα Εσύ, κατόπιν στην επιτυχία Αν μ’ αγαπάς, στην Αντίθετη Τροχιά και στο ολοκαίνουργιο Χτίσε μια Γέφυρα. Τραγούδια με στρογγυλό ήχο, ηλεκτρικές κιθάρες και στίχους χωρίς εξεζητημένες -καλλιτεχνικά- γωνίες, αλλά ιδιαίτερα πιασάρικους. Κάποια στιγμή, λοιπόν, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του άλμπουμ Άλλος Εγώ, η κουβέντα είχε φτάσει στο κλασικό ζήτημα για το πότε ένας νέος τραγουδοποιός είναι ροκ ή όχι.
«Δεν πιστεύω ότι το ροκ συνδέεται με το μαλλί, με το τατουάζ, με το “σταράκι”. Ταυτίζουμε το ροκ με την ψυχή του ανθρώπου. Δεν έχω ανάγκη να πείσω κανέναν αν είμαι ροκ ή όχι. Αν είμαι ροκ, είμαι για τον εαυτό μου, ούτε για σένα ούτε για κανέναν» αναφέρει.
O ήχος στα τραγούδια σου, πάντως, δεν είναι ακριβώς ροκ. Ποπ-ροκ ίσως;
Μπορεί. Αλλά αν δεν έπρεπε να ζω από τη μουσική, ίσως τα τραγούδια μου να τα ενορχήστρωνα και διαφορετικά. Ίσως να ήταν και 20 λεπτά το κάθε τραγούδι.
Την ίδια σιγουριά συνάντησα και όταν η κουβέντα μας πήγε στο κομμάτι των σχέσεων. «Αγαπάω πολύ το γυναικείο φύλο, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό, το έχω απόλυτη ανάγκη, το σέβομαι και το εκτιμώ, αλλά θεωρώ ότι μια σχέση στηρίζεται και στο DNA του ανθρώπου. Ο άντρας γεννιέται εγωιστής, αρχηγός... Δεν μπορώ να πάω κόντρα σε κάποια πράγματα που είναι φτιαγμένα έτσι από τη φύση τους».
Επειδή, όμως, στη ζωή μας δεν υπάρχει κάτι χωρίς το αντιστρόφως ανάλογό του, αυτό που εγώ εισπράττω ως σιγουριά, έστω και νεανική, έρχεται να ισορροπήσει με ένα άλλο ισχυρό χαρακτηριστικό του νέου τραγουδοποιού: τις αντιφάσεις.
«Έχω ένα μεγάλο ελάττωμα. Βαριέμαι εύκολα. Παράδειγμα: Θέλω να πάρω ένα πτυχίο γαλλικών. Θα πεισμώσω, θα το πάρω, και την επόμενη μέρα δεν θα ξέρω γαλλικά. Μιλάμε για τέτοια αντίφαση».
Δεν κουράζεσαι από αυτές τις αντιθέσεις;
Με κουράζει το flat στη ζωή μου. Δεν το θέλω ούτε στις σχέσεις μου, ούτε στους φίλους μου, ούτε στη δουλειά μου, ούτε στην εμφάνισή μου. Και είμαι των άκρων. Υπάρχει μία μέρα που μπορεί να μην κάνω τίποτα, θα είμαι στον καναπέ, και δεν θα σηκώνω καν το τηλέφωνο. Ούτε θα φάω. Σηκώνομαι, ξεμουδιάζω, παίζω λίγη κιθάρα, ξαναπέφτω, ξανασηκώνομαι, παίζω λίγο με το σκύλο μου. Από την άλλη, το κλασικό μου 24ωρο είναι γεμάτο δραστηριότητες. Γενικά, θέλω να κάνω πράγματα στη ζωή μου. Πάντα θέλω να κάνω κάτι, θέλω να είμαι μαθητής.
Τι έχεις μάθει, λοιπόν, τα τελευταία δύο χρόνια;
Έχω μάθει να παίζω ντραμς καλύτερα, εξασκήθηκα στο πιάνο -που το είχα αφήσει για λίγο-, έχω μάθει να προσέχω τον εαυτό μου, γιατί ήμουν όλα τα χρόνια με πίτσες και junk food.
Και σε ό,τι έχει να κάνει με τη ζωή σου ως τώρα τι έχεις μάθει;
Πως είμαστε λίγο άτυχοι που ζούμε σε αυτή την περίοδο. Είμαστε σε μία ηλικία που θέλεις να ανοίξεις τα φτερά σου και δεν υπάρχει αέρας, γιατί κάποιοι τον έχουν ρουφήξει όλο. Αυτό σε κάνει και λυπάσαι. Από την άλλη, όμως, σκέφτεσαι πως τώρα είναι η στιγμή που μπορείς να διαφέρεις. Ίσως πρέπει να τα ξεχάσεις για λίγο όλα αυτά και να θυμηθείς ξανά πως τα ωραία πράγματα είναι τα απλά.Άραγε οι αντιφάσεις, που καλλιτεχνικά θα είχαν μεγάλο ενδιαφέρον, εμφανίζονται στους στίχους του; Δηλαδή, πέρα από τις επιτυχίες του Αναστασιάδη, υπάρχουν και κάποια τραγούδια που δεν ακούστηκαν πολύ, αλλά μαρτυρούν αρκετά πράγματα για την πλευρά του που δεν έχει φανεί ακόμη;
«Είναι κάποια τραγούδια αντιεμπορικά, που δεν θα φτάσουν εύκολα στα αυτιά των ακροατών. Ας πούμε το “Κούλα” – στο πρώτο μου άλμπουμ. Ένα τραγούδι που έγραψα με τον Σταμάτη Κραουνάκη. Όταν το είχα πρωτογράψει, είχε μέσα κανονικό βρισίδι. Κατάλαβα πως δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει έτσι, σε αυτή τη μορφή. Συνειδητοποίησα τότε πως ο μόνος που θα μπορούσε να γράψει έναν στίχο που θα υπονομεύει τις λέξεις ήταν ο Κραουνάκης. Το τραγούδι έχει μια σχιζοφρένεια, και στιχουργική και μουσική, έχει μια αντίδραση, υπονοεί πως κάτι δεν πάει καλά. Το “Μονάχα Ένα Βράδυ”, επίσης, είναι ένα βιωματικό τραγούδι που έγραψα για έναν φίλο που πέθανε από ναρκωτικά».
Υπάρχουν όμως τραγούδια σου που να περιγράφουν ότι βαριέσαι πολύ εύκολα;
Ίσως το Τάσεις Καταστροφής, που έχει ακουστεί αρκετά. Και το Δύτες του Χρόνου, νομίζω, το οποίο λέει «ο χρόνος περνάει / σα βδέλλα ρουφάει / τις ωραίες στιγμές».
Ενστικτωδώς καμιά φορά, κάποια τραγούδια χωρίς να μιλούν απόλυτα για ένα συγκεκριμένο θέμα δίνουν μια αίσθηση για το πώς μπορεί να είναι ο δημιουργός τους. Αυτός, λοιπόν, είναι ο Δήμος Αναστασιάδης. Τον γνωρίζω πρώτη φορά από κοντά, αν κι έχω ακούσει πολλές φορές να μιλούν γι’ αυτόν, είτε φίλοι είτε άνθρωποι από το χώρο της μουσικής βιομηχανίας, σχολιάζοντας τα τραγούδια του, τις εμφανίσεις του παλιά με τον Γιάννη Κότσιρα, τα live στο Σταυρό του Νότου, ακόμα και για το αν ανήκει στο στυλ «Χατζηγιάννη» ή όχι (επικρατεί το «μάλλον-όχι-τώρα-πια»). Τον παρατηρώ να μου μιλά και βλέπω πως, κόντρα σε ό,τι είχα εισπράξει από την εικόνα του στα media, αυτήν με τα μακριά μαλλιά, δηλαδή, και τις σοβαρές πόζες με την κιθάρα ανά χείρας, ο Δήμος από κοντά είναι ένας χαρούμενος, γλυκός άνθρωπος, που χαμογελά διαρκώς και απολαμβάνει να επικοινωνεί με τους άλλους. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως απέναντί μου αυτή τη στιγμή έχω έναν διαφορετικό Δήμο.
Πώς προέκυψε το κούρεμα;
Γιατί απλά βαρέθηκα και τα μακριά μαλλιά. Αλλά όταν κοιτάζω παλιές φωτογραφίες από το σχολείο, διαπιστώνω ότι άλλαζα συχνά κούρεμα. Πότε μακριά, πότε κοντά, πότε ξυρισμένα.
Επειδή δεν είχα ποτέ μακρύ μαλλί, πες μου, τι παραπάνω δίνει;
Το μακρύ μαλλί σε κρύβει, το κοντό σε εκθέτει. Με το μαλλί μακρύ είσαι πιο χύμα, είναι λίγο ψυχολογικό όλο αυτό.
Έτσι, λοιπόν, με κοντό μαλλί και μια διάθεση ανανέωσης στο look, όπως υποψιάζομαι παρατηρώντας το πολύ ωραίο φουλάρι στο λαιμό του, ο Δήμος Αναστασιάδης μού μιλά εκτενέστερα για το νέο του άλμπουμ με τον τίτλο –που βγάζει ακόμα περισσότερο νόημα τώρα– Άλλος Εγώ.
Τι το διαφορετικό φέρνει αυτό το άλμπουμ;
Δοκιμάζω τον εαυτό μου σε κάποια ιδιαίτερα τραγούδια. Αν τα ακούσει κάποιος που ξέρει τη δουλειά μου, ίσως δυσκολευτεί να με αναγνωρίσει. Ηχητικά δεν έχω αλλάξει από το προηγούμενο άλμπουμ μου, την Αντίθετη Τροχιά. Αλλά έχω προσθέσει τραγούδια από άλλα είδη. Έχω βάλει κι ένα ska τραγούδι, για παράδειγμα, ένα είδος που δεν συνηθίζουμε να το ακούμε στην Ελλάδα. Επίσης, έχω παντρέψει ένα βλάχικο παραδοσιακό τραγούδι με ροκ μουσική, που το τραγουδά μια παιδική χορωδία. Έχω κάνει δηλαδή αλχημείες σε αυτό το δίσκο, οι οποίες όμως νομίζω πως έχουν μια ροή, δεν ξενίζουν.
Υπάρχει μία ακόμα αλλαγή στην καλλιτεχνική του πορεία που πρέπει να σημειώσουμε στο πλαίσιο του Άλλος Εγώ. Ο Δήμος έχει αφήσει (για λίγο;) τις μουσικές σκηνές και μεταφέρει τη δράση του τώρα σε μία πίστα, συνεργαζόμενος με τον Στέλιο Ρόκκο.
Όταν ήσουν μικρός κι ονειρευόσουν να γίνεις τραγουδιστής, είχες φανταστεί ότι θα δούλευες νύχτα ή σε φανταζόσουν να τραγουδάς μόνο σε συναυλίες;
Ξεκίνησα πάρα πολύ διαφορετικά και με βλέπω να καταλήγω τελείως διαφορετικά. Ναι, με φανταζόμουν σε συναυλίες, σε χώρους όπου προηγείται η μουσική και μετά έρχονται όλα τ’ άλλα, δηλαδή το stage, η εμφάνιση, το styling. Στην πορεία διαπιστώνεις ότι τελικά έχει σημασία το τι άνθρωπος είσαι εσύ, ποια είναι η ιδιοσυγκρασία σου, πού ανήκεις. Διαπίστωσα, λοιπόν, ότι αυτό που κάνω τώρα με αντιπροσωπεύει πιο πολύ από αυτό που έκανα πριν.
Δηλαδή;
Εννοώ ότι έχω πάει σ’ ένα μαγαζί αμιγώς λαϊκό
Κατάλαβα. Πίστα.
Ναι, πίστα. Δεν είναι κάτι, όμως, που προσβάλλει τη μουσική μου ή την αισθητική μου. Νιώθω πως ο κόσμος, μια μεγάλη μερίδα κόσμου, δηλαδή, που ξεκίνησε να με ακούει από την αρχή, με ακούει και τώρα σε αυτό το νέο βήμα.
Ποια τραγούδια, δηλαδή, δεν λες τώρα;
Παλιά έλεγα άνετα Nirvana ή τη Μαρκίζα της Μοσχολιού, μπορούσα να πω Λοΐζο, Χατζιδάκι. Είναι κάποια τραγούδια που δεν μπορείς να τα περάσεις σε τέτοια μαγαζιά, διότι προέχει η διασκέδαση του κόσμου, και όταν λέω διασκέδαση, εννοώ εύκολη, γρήγορη, αποτελεσματική διασκέδαση και όχι ένα συναίσθημα που έχει αρχή, μέση και τέλος, όπως συμβαίνει στις μουσικές σκηνές. Εκεί, μερικές φορές, αν το πρόγραμμα είναι καλό, μπορεί να νιώσεις πως είσαι πλήρης συναισθημάτων, σαν να πηγαίνεις θέατρο. Αλλά έχουμε δει και άκυρα πράγματα σε μουσικές σκηνές, ακόμα και «σκυλάδικα». Κι από την άλλη έχουμε δει και σε πίστες απίστευτα όμορφα πράγματα. Για μένα, το σημαντικό είναι πως δεν σε αλλάζει ένα μέρος, αυτά που ακούω ή αυτά που θέλω να πω δεν θα μου τα αλλάξει καμία πίστα. Ο κόσμος που θέλει να έρθει να με δει, θα έρθει ούτως ή άλλως.
Μιλώντας για τη ζωή του, επιβεβαίωσα όσα είχα ακούσει μέχρι σήμερα. Ναι, λοιπόν, ισχύει πως οι γονείς του δεν ήθελαν με τίποτα να γίνει τραγουδιστής ο Δήμος. Όμως εκείνος έγινε. Παιδί μιας ευκατάστατης οικογένειας της Κατερίνης, με ιδιωτικό σχολείο, αθλητισμό (που εξηγεί και τη σωματική του διάπλαση) και ωδείο (που εξηγεί τα υπόλοιπα). Αλλά και εργασία από νωρίς στη δουλειά του μπαμπά. Επίσης, σημαντικό ρόλο θα παίξουν η γιαγιά κι ο παππούς με τις ωραίες φωνές τους, και τα αδέλφια, που κι εκείνα είχαν καλλιτεχνικές ανησυχίες. Ο Δήμος, όμως, είχε το «ψώνιο» που τον έκανε να διαφοροποιηθεί.
«Δεν ντρεπόμουν να τραγουδήσω μπροστά σε κόσμο, να παίξω κιθάρα, πιάνο, να εκτεθώ - άλλοτε να κάνω τον καραγκιόζη ή να υποδυθώ ρόλους. Τραγουδούσα το “Μαχαίρι” του Παπακωνσταντίνου – άρεσε πολύ στον πατέρα μου. Τραγουδούσα Σωτηρία Μπέλλου, τη γυναίκα που μελέτησα πιο πολύ από όλους τους τραγουδιστές. Έλεγα και παραδοσιακά, βλάχικα-δημοτικά, που μου είχε μάθει η γιαγιά μου, αλλά και ξένο ρεπερτόριο, το οποίο δεν το ήθελαν και πολύ οι συγγενείς μου. Τον εαυτό μου τον θυμάμαι με μια κιθάρα ή σ' ένα πιάνο και να τραγουδά».
Στα 17 ήρθε η απόφαση να φύγει για να αναζητήσει την επιτυχία. Κουβαλώντας, όμως, τη σεμνότητα εκείνης της εποχής.
«Αν και γνωρίζαμε πως ο πατέρας μας είχε χρήματα, εμείς ζούσαμε πιο οικονομικά από όλους. Ήταν ένα κόμπλεξ του πατέρα μου, δεν ήθελε να μεγαλώσει τα παιδιά του δίνοντάς τους χρήματα. Ζούσαμε χειρότερα από άλλους που είχαν λιγότερα χρήματα από εμάς. Δεν ήθελε ποτέ να έχουμε κάτι πιο φανταχτερό από τον δίπλα. Έτσι μεγάλωσα. Γι’ αυτό δεν είχα ποτέ την ανάγκη να έχω ένα ακριβό ρούχο».
Δηλαδή τα ρούχα που φοράς τώρα δεν είναι κάποιας φίρμας;
Δεν ήμουν ποτέ της φίρμας. Ψωνίζω ρούχα μόνο των 10 και των 20 ευρώ, μπλουζάκια με 5 ευρώ.
Αποκλείεται να μην είσαι κάπου αλλού πιο σπάταλος.
Ε, έχω κολλήματα σε ό,τι αγαπώ. Έχω ένα σκύλο, ας πούμε, που τον λατρεύω. Μπορεί να του πάρω την πιο ακριβή τροφή, ή ένα λουρί πολύ ακριβό που δεν αξίζει τον κόπο.
Κατά τη γνώμη σου, η σχέση με το σκύλο υποκαθιστά τις σχέσεις με ανθρώπους;
Ναι, βέβαια, το πιστεύω πια. Το σίγουρο είναι πως από τη στιγμή που ένα ζώο μπορεί να σου πάρει το άγχος, σου δίνει χαρά, σου δίνει λύπη, μπορείς να συγκρίνεις τη σχέση αυτή με τη σχέση που θα είχες με έναν άνθρωπο.
Τελειώνοντας τη συζήτηση, βρήκα και μία ερώτηση που είχα αφήσει τελευταία στις σημειώσεις μου.
Το ότι ξεκίνησες από ριάλιτι το θυμάται κανείς;
Το έχω αφήσει και το έχουν αφήσει.
Info
Το νέο άλμπουμ του Δήμου Αναστασιάδη λέγεται Άλλος Εγώ και κυκλοφορεί από τη Universal Music. Επίσης, ο τραγουδοποιός γράφει τη μουσική στο νέο παραμύθι του Γιώργου Λεμπέση (δημιουργού της επιτυχημένης Ψαρόσουπας), με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών.
Πηγή:madamefigaro.gr




0 σχόλια: