Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

ΔYO ΠΟΔΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΜΠΛΑΝΙΚ

Με τι λεφτά θα αγοράζουν τα Prada τους και θα πληρώνουν τα strawberry ντακίρι τους τα Golden Girls του Sex and the City;
Πώς έγινε η απληστία πασέ; Και πώς θα ντύνονται οι fashionistas του πλανήτη αν η ύφεση συνεχιστεί;  «Πιστεύεις λοιπόν πως η απληστία δεν είναι πια καλό πράγμα, Γκόρντον;» Ο δημοσιογράφος στη συνέντευξη Τύπου ήταν εμφανώς οργισμένος. Με την πρωτοφανή οικονομική κρίση που μαίνεται πάνω από τα κεφάλια μας, δεν είναι να τον αδικεί κανείς. Μόνο που η ερώτησή του απευθυνόταν σε λάθος άνθρωπο. «Πρώτα απ’ όλα, δεν με λένε Γκόρντον», απάντησε ελαφρώς αμήχανα ο Μάικλ Ντάγκλας. «Είναι ένας ρόλος που έπαιξα πριν από είκοσι χρόνια», συμπλήρωσε. Αυτό που δεν ανέφερε είναι αυτό που ήξεραν όλοι στην αίθουσα. Ότι ο χαρακτήρας του Γκόρντον Γκέκο, τον οποίο ενσάρκωσε στην ταινία Wall Street του Όλιβερ Στόουν, δεν είναι ένας απλός κινηματογραφικός ήρωας. Είναι μια εμβληματική μορφή, ένα πρότυπο συμπεριφοράς, το αρχέτυπο του γιάπη – δηλαδή του ανθρώπου στον οποίο αποδίδουμε την ευθύνη για την οικονομική κατάσταση του πλανήτη σήμερα. Στα τέλη του ’80, όλοι ήθελαν να είναι σαν τον Γκόρντον Γκέκο. Ήταν η εποχή που και στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκαν τα λαμπερά περιοδικά lifestyle – ένα από αυτά δεν δίστασε να κάνει και αφιέρωμα στο «σπίτι του Γκόρντον Γκέκο», αυτό δηλαδή στο οποίο όφειλε να ζει κάθε ανερχόμενο στέλεχος του τομέα «διοίκηση επιχειρήσεων». Ένα πολυτελές διαμέρισμα με ακριβά minimal έπιπλα, ένα στερεοφωνικό συγκρότημα B&O στον τοίχο, έναν υγραντήρα πούρων στο τραπέζι και μια ντουλάπα γεμάτη κοστούμια Armani και στενές γραβάτες. Μια γενιά ανθρώπων ανατράφηκε με το όνειρο να ζήσει σ’ αυτό το σπίτι. Σήμερα βέβαια δεν τους λέμε «γιάπηδες» - ο όρος έπεσε σε αχρηστία στα τέλη του ’90, όταν το σύστημα αξιών του πλανήτη άρχισε να περιλαμβάνει κι άλλες λέξεις, όπως «οικολογία», «πολιτική ορθότητα», «αλχημιστής». Ξαφνικά, το να πιστεύεις ότι «η απληστία είναι καλό πράγμα», όπως ήταν το μότο του Γκόρντον Γκέκο, έπαψε να είναι της μόδας. Παρέμεινε όμως η κινητήρια δύναμη εκείνων που σήμερα ονομάζουμε Golden Boys, δηλαδή των ανθρώπων που συνέχισαν να ακολουθούν το γιάπικο πρότυπο, ακόμα και την εποχή που ο υπόλοιπος πλανήτης φαινόταν να έχει στραφεί αλλού. Τα σημάδια είχαν φανεί προ καιρού. Τα αμερικανικά εναλλακτικά media, όπως η προοδευτική εφημερίδα Village Voice, είχαν ήδη φορέσει στη γενιά των ‘00s την ταμπέλα «Generation Debt». Η «γενιά του χρέους» είναι οι άνθρωποι που ξεκινούν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία έχοντας στην πλάτη τους ένα τεράστιο χρέος – του δανείου που πήραν για να καλύψουν τα έξοδα των σπουδών τους. Μέχρι να το εξοφλήσουν, θα έχουν παντρευτεί και θα έχουν επιφορτιστεί με ένα ακόμη χρέος – την υποθήκη του σπιτιού τους. Την ίδια στιγμή, τα Golden Boys εξασφάλιζαν μισθούς με αστρονομικά ποσά και μπόνους εκατομμυρίων, ως επιβράβευση για το ρόλο τους στην οικονομία. Δηλαδή, την ικανότητά τους να κινούν τα νήματα στο χρηματιστήριο και στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Η βασική τους προσφορά στο σύγχρονο πολιτισμό ήταν η διαμόρφωση ενός νέου προτύπου lifestyle – ενός τρόπου ζωής που επιτρέπει στον καθένα να απολαμβάνει αγαθά που παλιά ήταν προνόμιο μιας τάξης με μεγαλύτερη οικονομική άνεση. Τώρα όλοι μπορούν να τα καταναλώσουν άφοβα, αρκεί να χρεώσουν την κάρτα τους ή να πάρουν ένα καταναλωτικό δάνειο, από αυτά που οι τράπεζες χορηγούσαν σαν καραμέλες. Κάπως έτσι γέμισε η Αθήνα Porsche Cayenne, κάπως έτσι απέκτησε κάθε γυναίκα το δικό της Prada συνολάκι. Ο εκδημοκρατισμός της «καλής ζωής» ήταν ένα από τα βασικά κοινωνικά και πολιτιστικά κεκτημένα της τελευταίας δεκαπενταετίας. Ενώ δηλαδή στα τέλη των ‘80s, όταν τα περιοδικά διέδιδαν το πρότυπο του γιάπικου lifestyle, ήταν προφανές ότι για να μπορέσεις κι εσύ να αποκτήσεις αυτό το status –το ακριβό διαμέρισμα, τα μίνιμαλ design έπιπλα, τα πούρα, τα αυτοκίνητα, τις διακοπές στο Μπαλί– έπρεπε να έχεις και το εισόδημα που αναλογεί, από τα μέσα των ‘90s αυτό άλλαξε. Ήταν θέμα επιβίωσης. Η αγορά είχε ανοίξει πάρα πολύ – έπρεπε να βρεθούν οι καταναλωτές που θα διεκδικήσουν μια θέση υπό τον ήλιο του ακριβού lifestyle. Προκειμένου να γίνει αυτό, να κινηθεί το χρήμα που θα επιτρέψει τον κύκλο της κατανάλωσης, έπρεπε κάποιος να τροφοδοτήσει με ρευστό το μικροαστό που προσέβλεπε σε ένα lifestyle ασύμβατο με την πραγματική του κοινωνική θέση. Τη λύση έδωσαν οι τράπεζες. Χάρη σ’ αυτές, κάθε νιόπαντρο ζευγάρι μπορούσε να κάνει ταξίδι του μέλιτος στις Μαλδίβες, στο Πουκέτ, στο Ντουμπάι. Κάθε οικογένεια μπορούσε να αποπληρώνει ένα στεγαστικό δάνειο με δόση ίση με το ενοίκιο του σπιτιού. Κάθε άντρας μπορούσε να αποκτήσει το αυτοκίνητο των ονείρων του. Και κάθε γυναίκα με μισθό 1.000 ευρώ μπορούσε να αποκτήσει τα Jimmy Choo και τα Manolo Blahnik που έβλεπε στο Sex and the City. Το συγκεκριμένο σίριαλ υπήρξε για τις γυναίκες της τελευταίας δεκαετίας ό,τι υπήρξε το Wall Street για τους άντρες στα τέλη του ’80. Ένα είδος πορνογραφίας του lifestyle. Ναι, το θέμα της σειράς ήταν η αναζήτηση του ιδανικού άντρα στη ζούγκλα των μεγαλουπόλεων – όπως και το θέμα της ταινίας του Στόουν ήταν η καταγγελία του lifestyle της απληστίας. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι, σε ένα άλλο επίπεδο, έδειχνε πως σήμερα κάθε γυναίκα χρειάζεται δύο πράγματα για να είναι ευτυχισμένη: μια ντουλάπα γεμάτη ακριβά ρούχα και μια έξοδο με τις φίλες της για σούσι και strawberry daiquiri (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά). Τώρα πια, όλο αυτό τέλειωσε: τα πραγματικά Golden Boys and Girls αποχαιρετούν τα εξωφρενικά μπόνους και τα πανάκριβα αυτοκίνητα, χάνουν τις δουλειές τους και κουβαλάνε τη ρετσινιά ότι με τα μαγειρέματα στο χρηματιστήριο και στις τράπεζες οδήγησαν την πραγματική οικονομία στην καταστροφή. Η φούσκα έσκασε και η εικόνα ανθρώπων με πανάκριβα κοστούμια να μαζεύουν τα υπάρχοντά τους από κατεστραμμένες επιχειρήσεις θα ήταν από μόνη της τραγική, αν οι άμεσες επιπτώσεις της δεν ήταν ότι, μέσα στο 2009, ένας στους τρεις Αμερικανούς κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του. Ξαφνικά, το να μιλάς για επενδύσεις, μετοχές, ακριβά αυτοκίνητα και εξίσου ακριβά παπούτσια μοιάζει κάπως εξωγήινο. Στην Ελλάδα, οι πρώτες ενδείξεις της κρίσης εμφανίστηκαν εκεί που πονάει περισσότερο τα δικά μας Xρυσά Παιδιά: Στην απόσυρση των ακριβών αυτοκινήτων -που βρέθηκαν ξαφνικά να επιστρέφουν στις μάντρες αζήτητα– και στις μεγάλες «πίστες», που ερημώνουν, καθώς πια σπανίζουν εκείνοι που θα κάνουν λογαριασμό σε γαρίφαλα ίσο με το ΑΕΠ μιας μικρής αφρικανικής χώρας. Γιατί οι δικοί μας Γκόρντον Γκέκο δεν άκουγαν τζαζ. Οι δικοί μας Γκέκο έχτισαν τα μαγαζιά της Συγγρού και της Πειραιώς, κάνοντας φιγούρα στα πρώτα τραπέζια, στα πόδια της Άννας Βίσση, της Καίτης Γαρμπή και της Πέγκυς Ζήνα. Τώρα, αυτοί δεν έχουν ιδιαίτερη όρεξη για τσιφτετέλια. Έχουν άλλα προβλήματα. Τις μέρες που ξέσπασε το παρ’ ολίγον κραχ, έφτασε στο mailbox μου ένα από αυτά τα δήθεν αστεία e-mail που βομβαρδίζουν κάθε μέρα τα mailbox του κόσμου. Ο τίτλος ήταν: «Οι υπάλληλοι της Lehman Bank κάνουν διαδήλωση, κλείνοντας, ως ένδειξη διαμαρτυρίας, την είσοδο των κεντρικών γραφείων της τράπεζας». Η φωτογραφία έδειχνε ένα δρόμο ασφυκτικά γεμάτο από κατακόκκινες Ferrari. Γέλασα. Αλλά μετά θυμήθηκα ότι τα γραφεία αυτού του περιοδικού βρίσκονται πάνω από τα γραφεία της Ferrari. Που σημαίνει ότι έχω περάσει αρκετά χρόνια της ζωής μου ακούγοντας το γουργουρητό από τις μηχανές τους και βλέποντας τα τετράτροχα αντικείμενα του αντρικού πόθου να μπαινοβγαίνουν στο γκαράζ του κτιρίου. Και θυμάμαι κάθε φορά να αναρωτιέμαι: Ποιοι είναι αυτοί που αγοράζουν αυτά τα αυτοκίνητα; Πώς είναι δυνατόν η Ελλάδα, μια χώρα που δεν παράγει τίποτε, να σημειώνει τέτοιες επιδόσεις στην αγορά πολυτελών αυτοκινήτων, να είναι μία από τις καλύτερες αγορές των Βαλκανίων; Τότε ακόμα δεν ήξερα τι είναι τα Golden Boys. Τώρα ξέρω. Πηγή:madamefigaro.gr
ΤΡΕΛΟ ΓΑΪΔΟΥΡΙΤΡΕΛΟ ΓΑΪΔΟΥΡΙ
Bookmark and Share
ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΤΕ ΤΡΕΛΟ ΓΑΙΔΟΥΡΙ WEB RADIO ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΣΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ : http://trelogaidouri.listen2myradio.com/

SHARE THIS

Author:

0 σχόλια: