Τη Μαρία την είχα γνωρίσει σε σπίτι φίλων. Είχε μαζέψει γύρω της 4-5 παιδάκια και τους έλεγε ένα αυτοσχέδιο παραμύθι.
Δε με εξέπληξε τόσο αυτό, όσο το ότι η κόρη μου, που δεν πλησίαζε άγνωστο τότε, είχε βολευτεί δίπλα στη Μαρία και άκουγε προσεκτικά την ιστορία της. Ίσως γιατί η Μαρία δεν έχει μόνο το χάρισμα να διηγείται και να γράφει. Ξέρει να βλέπει και να ακούει τον άλλον, ουσιαστικά και αληθινά.… Και μάλλον έτσι φτιάχνει αυτές τις ωραίες ιστορίες που συγκινούν όχι μόνο παιδιά ή εφήβους, αλλά όλες τις ηλικίες.
Το τελευταίο της βιβλίο, το Δέντρο το Μονάχο, είναι η ιστορία ενός ορεινού χωριού πάνω από τη θάλασσα, που – όπως όλα τα χωριά, τελικά - κρατά καλά φυλαγμένα μυστικά. Όλα σιγά-σιγά βγαίνουν στην επιφάνεια με την επιστροφή της ηλικιωμένης πια Βιολέτας, η οποία ενσαρκώνει για άλλους την καλή και για άλλους την κακή μάγισσα. Και κινητήρια δύναμη για να ξεπεραστούν οι προκαταλήψεις και οι φόβοι είναι, ποιος άλλος; Οι νέοι. Όχι όμως όλοι, αντιθέτως. Μόνο κάποιοι λίγοι που νιώθουν αρκετά δυνατοί και αυτάρκεις για να προχωρήσουν μπροστά.
Το βιβλίο απέσπασε πρόσφατα το Λογοτεχνικό βραβείο Διαβάζω 2011 στην κατηγορία του βιβλίου για μεγάλα παιδιά. Η Μαρία Παπαγιάννη μίλησε στη Stylista:
Στα έργα σου είναι έντονο το στοιχείο του διαφορετικού: Οι ήρωες είναι διαφορετικοί από τον πολύ κόσμο. Είναι κάτι που θέλεις να τονίσεις και γιατί;
Αυθόρμητα θα σου απαντούσα ότι δεν σκέφτομαι από πριν να κάνω τους ήρωες μου διαφορετικούς. Απλά πάντα αγαπούσα τους ιδιαίτερους ανθρώπους. Τους σιωπηλούς και τους θορυβώδεις. Τους λίγο αλλοπαρμένους και καθόλου καθωσπρέπει. Τους ανθρώπους που ανακρίνουν κάθε μέρα τα αυτονότητα, τα μεταμφιέζουν, τα μεταμορφώνουν. Που τολμούν καθημερινά να ξεσκονίσουν τα πολύτιμα τους και να αναμετρηθούν μαζί τους. Έτσι μια φιλία γίνεται ένα πολύτιμο δώρο και μια εκδρομή ένα ταξίδι γεμάτο υποσχέσεις. Μ΄ αρέσει να βλέπω την καθημερινότητα μέσα από ένα μεγεθυντικό φακό. Δεν ξέρω αν μ΄ αυτό τον τρόπο προσπαθώ να εξοικειώσω τους νέους αναγνώστες μου με την αποδοχή του «άλλου» αλλά σίγουρα πιστεύω ότι τα θαύματα δεν είναι ίδια για όλους και η ζωή μας θα ήταν βαρετή χωρίς χρώματα.
Στο βιβλίο σου οι ήρωες παλεύουν με προκαταλήψεις, δοξασίες, φόβους, πράγματα στενά συνδεδεμένα με την ελληνική παράδοση. Με ποια από αυτά εσύ διασκεδάζεις και πότε τα θεωρείς έως και επικίνδυνα;
Νομίζω ότι η διαχωριστική γραμμή είναι εμφανής. Στο «Δέντρο το Μονάχο» η βασική μου ηρωίδα αγαπάει πολύ τη ζωή, γελάει εύκολα. Η αδελφή της την πάει στην εκκλησία δίπλα σε μια εικόνα και της δείχνει έναν θυμωμένο άγιο. « Βλέπεις πως σε κοιτάει; Στον άγιο δεν αρέσει καθόλου που γελάς» . Από την άλλη υπάρχουν οι θρύλοι και οι παραδόσεις που τα βρίσκω εντελώς ποιητικά. Μαγικό ρεαλισμό. Σε πολλά χωριά ακόμα ζούνε παρέα με τα ξωτικά και τα φαντάσματα συνομιλούν με τους ανθρώπους που πέρασαν στην άλλη πλευρά κι έχουν ιστορίες να σου πούνε για κάθε πέτρα.
Συχνά ακούμε ότι οι νέοι δε διαβάζουν, δε γράφουν, δεν…, δεν… Εσύ που είσαι πιο κοντά σε αυτά, τι λες; Η κοινωνία και το εκπαιδευτικό μας σύστημα ενθαρρύνουν κάτι τέτοιο;
Το μόνο που ενθαρρύνουν είναι η συσσώρευση γνώσεων για να περάσουν τα παιδιά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στην εφηβεία τους τα παιδιά έχουν ελάχιστο χρόνο για οτιδήποτε εξωσχολικό. Σήμερα το πρωί με άκουσα να φωνάζω στην κόρη μου να σταματήσει να παίζει πιάνο και να στρωθεί στα Θρησκευτικά. Με άκουσα κι έφριξα! Τα παιδιά είναι τόσο φορτωμένα που δεν έχουν χρόνο όχι να διαβάσουν αλλά ούτε να βρεθούν με τους φίλους τους. Βέβαια πιστεύω ότι τα παιδιά που «προπονήθηκαν» μικρά θα αναζητήσουν μεγαλώνοντας ξανά την απόλαυση της ανάγνωσης.
Νομίζεις ότι οι καιροί μας προσφέρονται για όνειρα και φαντασία; Συνδυάζεται η δύναμη για επιβίωση με αυτά τα στοιχεία, και πώς;
Τα όνειρα και η φαντασία δεν είναι φάρμακο ούτε δίνονται με συνταγές. Ζεις έτσι ή δεν ζεις. Υπάρχουν στη ζωή μας. Είναι κομμάτι μας. Απλά κάποιοι έχουν κλείσει την πόρτα προσπαθώντας να επιβιώσουν σ΄ αυτήν την αφόρητη καθημερινότητα. Όσον αφορά τα παιδιά είναι ο τρόπος τους να μεγαλώνουν και να εξηγούν τον κόσμο. Έχουν ανάγκη να γλιστρούν από την πραγματικότητα στον κόσμο της φαντασίας. Κανένας δεν θα έλεγε ότι η λύση είναι να μετοικήσουμε στον κόσμο της φαντασίας. Ένα βοτσαλάκι στην πόρτα όμως για να μπαίνει που και που καθαρός αέρας πάντα χρειάζεται.
Το εφηβικό βιβλίο έχει την ιδιαιτερότητα ότι ούτε οι έφηβοι ακριβώς θα το αγοράσουν από μόνοι τους, ούτε οι ενήλικες γνωρίζουν ακριβώς (ή και δεν τολμούν!) να πάρουν κάτι για τους εφήβους. Πώς μπορεί να γίνει πιο προσιτό; Ειδικότερα εσύ σε ποιο κοινό απευθύνεσαι και με ποιο τρόπο, ώστε να το πλησιάσεις;
Να πω την αλήθεια όταν γράφω δεν έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένη ηλικία αναγνωστών. Δεν κόβω και δεν ράβω στα μέτρα κανενός. Δεν θα ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα που θα έκλεινε το μάτι στους εφήβους, μιλώντας μόνο την «αργκό» τους και έχοντας ως μοναδικό θέμα τη βία, τις συγκρούσεις και τους σπιντ ρυθμούς. Μ΄ αρέσει άλλοτε να δυναμώνω και άλλοτε να χαμηλώνω την ένταση στις μουσικές που ακούω, στις κουβέντες που κάνω. Όταν με καλούν στα σχολεία συναντώ τόσο διαφορετικά παιδιά με τόσο διαφορετικά ενδιαφέροντα. Κάποια θα ανακαλύψουν το βιβλίο μου κι αν τους αρέσει θα το προτείνουν και στους φίλους τους. Αυτός μου φαίνεται πιο φυσιολογικός τρόπος. Έτσι δεν κάναμε κι εμείς στο γυμνάσιο και στο λύκειο; Ανταλλάσαμε βιβλία, μουσικές και ποιήματα. Τα παιδιά σ΄ αυτή την ηλικία είναι δύσπιστα απέναντι στους γονείς τους. Ένα βιβλίο που μπορεί να το ανακαλύψουν μόνοι τους όταν τους το επιβάλλουν οι μεγάλοι θα τους φέρει αλλεργία.
Τα αγαπημένα σου βιβλία σε τρεις φάσεις: παιδί – έφηβη - ενήλικη
Θυμάμαι καλά τη βιβλιοθήκη του δωματίου μου στη Λάρισα. Δίπλα στα παραμύθια των Γκριμ και του Άντερσεν ήρθαν κι ακούμπησαν οι κόρες του Δόκτορα Μαρς κι ύστερα τα Ασημένια Πατίνια, το Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν. Δίπλα στο Ένα παιδί μετράει τα άστρα κάποια στιγμή το Καπλάνι της Βιτρίνας, τα Ξύλινα Σπαθιά, το Όταν ο ήλιος. Τα βιβλία είχαν λόγο που μπαίνανε στο σπίτι στο πρώτο δέκα, στις γιορτές και στις διακοπές. Τώρα τα βιβλία συσσωρεύονται στις βιβλιοθήκες, τα αδιάβαστα στριμώχνονται στα κομοδίνα κι είναι πιο δύσκολο να θυμάσαι και να δένεσαι. Φοιτήτρια ανακάλυψα με ενθουσιασμό τον Μαρκές, ήμουνα από τους πρώτους που θ΄ αγόραζαν το καινούργιο βιβλίο της Μάρως Δούκα και τελευταία ερωτεύτηκα την Ζυράννα Ζατέλη. Κι ύστερα μηδένισα και ξανάρχισα από την αρχή: Οδύσσεια και Χίλιες και μια νύχτες.
Πηγή: stylista.gr




0 σχόλια: