Η κύρια αιτία αλλοίωσης είναι η οξείδωση. Η επαφή με το οξυγόνο, το φως και τη θερμότητα προκαλεί χημικές αντιδράσεις που οδηγούν στο λεγόμενο τάγγισμα. Ένα ελαιόλαδο που έχει χαλάσει μυρίζει βαριά, θυμίζει κερί, ξηρούς καρπούς που έχουν μείνει καιρό εκτεθειμένοι ή ακόμη και υγρό χαρτόνι. Η γεύση γίνεται επίπεδη ή πικρή με δυσάρεστη επίγευση.
Η ημερομηνία λήξης στη φιάλη αποτελεί ένδειξη, όχι απόλυτο όριο. Συνήθως, ένα έξτρα παρθένο ελαιόλαδο διατηρείται σε καλή κατάσταση για 12 έως 18 μήνες από την έκθλιψη, εφόσον αποθηκεύεται σωστά. Μετά το άνοιγμα, η ποιότητά του αρχίζει να υποβαθμίζεται ταχύτερα, καθώς εκτίθεται συνεχώς στο οξυγόνο.
Οι συνθήκες αποθήκευσης παίζουν καθοριστικό ρόλο. Το ελαιόλαδο πρέπει να φυλάσσεται σε σκοτεινό και δροσερό μέρος, μακριά από εστίες θερμότητας όπως φούρνοι και μάτια κουζίνας. Τα σκούρα γυάλινα μπουκάλια ή τα μεταλλικά δοχεία προστατεύουν καλύτερα από το φως, ενώ το καλά κλειστό καπάκι περιορίζει την οξείδωση.
Ένα συχνό λάθος είναι η αποθήκευση του ελαιόλαδου πάνω στον πάγκο, δίπλα στην κουζίνα. Η συνεχής έκθεση σε θερμοκρασίες και φως επιταχύνει την αλλοίωση, ακόμα κι αν το λάδι βρίσκεται εντός ημερομηνίας. Επίσης, η χρήση καθαρών σκευών κατά το σερβίρισμα είναι σημαντική, καθώς υπολείμματα τροφίμων μπορούν να επηρεάσουν τη σταθερότητά του.
Το ελαιόλαδο που έχει χάσει τη φρεσκάδα του δεν είναι απαραίτητα επικίνδυνο για την υγεία, αλλά δεν προσφέρει πλέον τα οφέλη και τη γευστική αξία που το χαρακτηρίζουν. Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για μαγείρεμα σε υψηλές θερμοκρασίες, όχι ωμό, ενώ ιδανικά αντικαθίσταται.
Συμπερασματικά, το ελαιόλαδο δεν χαλάει από τη μια μέρα στην άλλη. Χαλάει σταδιακά, αθόρυβα, και συχνά χωρίς να το αντιληφθούμε. Η σωστή αποθήκευση και η έγκαιρη κατανάλωση είναι τα κλειδιά για να απολαμβάνουμε το ελαιόλαδο όπως του αξίζει: φρέσκο, αρωματικό και ζωντανό.





0 σχόλια: