Το προηγούμενο καλοκαίρι καταγράφηκε ως το θερμότερο στην παγκόσμια ιστορία. Ιδιαίτερα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, οι θερμοκρασίες εκτοξεύτηκαν πολύ πάνω από τα προηγούμενα ρεκόρ , δοκιμάζοντας τα όρια αντοχής κοινωνιών και υποδομών.
Στην Ελλάδα, η κατάσταση καταγράφεται ως εξίσου, αν όχι περισσότερο, ανησυχητική. Το καλοκαίρι του 2024 ήταν το θερμότερο καλοκαίρι από το 1960 , με τη μέση τιμή της θερμοκρασίας στη χώρα να ξεπερνάει κατά 2,9°C τη μέση τιμή της περιόδου 1991-2020 . Τόσο ο Ιούνιος όσο και ο Ιούλιος του 2024 ήταν οι θερμότεροι αντίστοιχοι μήνες όλων των εποχών, με τις μέσες θερμοκρασίες να ξεπερνούν κατά 3,6-4°C και 3°C αντιστοίχως τον μέσο όρο των θερμοκρασιών Ιουνίου και Ιουλίου της περιόδου 1981-2010 . Επιπλέον, ο καύσωνας του Ιουλίου ήταν ο μεγαλύτερος σε διάρκεια που καταγράφηκε ποτέ, ενώ περιοχές της νοτίου Ελλάδας εμφάνισαν τη μεγαλύτερη αύξηση σε αριθμό “τροπικών νυχτών ” σε όλη την Ευρώπη . Δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση, η περίοδος των υψηλών θερμοκρασιών έχει επεκταθεί μέχρι τον Οκτώβριο, μήνα που παραδοσιακά προσέφερε μια ανακούφιση από τις μεγάλες ζέστες.
Αυτή η μετατόπιση από τις “ακραίες” συνθήκες στην “κανονικότητα” ενός επικίνδυνα θερμού κλίματος φέρνει στο προσκήνιο μια βαθιά κοινωνική πρόκληση, τη στιγμή ειδικά που η αύξηση των θερμοκρασιών τις επόμενες δεκαετίες πρέπει να θεωρείται πια μια βεβαιότητα. Μπορούν τα σπίτια στην Ελλάδα να προστατεύσουν τους κατοίκους τους έναντι αυτών των ολοένα πιο επιδεινούμενων συνθηκών; Πόσο εκτεθειμένα είναι τα ελληνικά νοικοκυριά στις θερμοκρασίες που σκαρφαλώνουν και ποια νοικοκυριά είναι εκείνα που βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο; Ποιοι είναι οι βασικότεροι παράγοντες που καθορίζουν την ικανότητα προσαρμογής τους σε αυτές τις συνθήκες και πώς οι κυβερνητικές πολιτικές μπορούν να τους ενισχύσουν ή να τους υποθάλψουν;
Συνθήκες κατοικίας σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών
Έρευνα της Greenpeace παρουσιάζει τα δεδομένα από τις προηγούμενες καταγραφές των συνθηκών διαβίωσης κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σε κατοικίες στην Ελλάδα. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι τα δημόσια διαθέσιμα δεδομένα καταγράφουν την κατάσταση αποκλειστικά σε κατοικίες της πρωτεύουσας, ενώ υπάρχει μια σημαντική χρονική ασυνέχεια καθώς οι δύο πρώτες μελέτες εκπονήθηκαν πριν το 2010, ενώ η επόμενη μετά από 15 χρόνια, το 2024. Επιπλέον, και οι 3 μελέτες εστιάζουν ως επί το πλείστον σε κτίρια κατασκευασμένα πριν το 1980, αποτυπώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κατάσταση στο πιο αντιπροσωπευτικό τμήμα του οικιστικού αποθέματος της χώρας, καθώς πάνω από τα μισά σπίτια της χώρας κατασκευάστηκαν εκείνη την περίοδο .
Η πρώτη διαθέσιμη μελέτη πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2007, σε πενήντα κατοικίες χαμηλού εισοδήματος χωρίς κλιματισμό . Κατά τη διάρκεια τριών εκτεταμένων καυσώνων, οι εσωτερικές θερμοκρασίες άγγιξαν ακόμη και τους 40°C, ενώ η ελάχιστη μέση θερμοκρασία δεν έπεσε ποτέ κάτω από τους 28°C. Το καλοκαίρι του 2007 ήταν το θερμότερο που είχε παρατηρηθεί ποτέ μέχρι τότε.
Σε αντίστοιχα αποτελέσματα κατέληξε η έρευνα που εκπόνησε η ίδια ερευνητική ομάδα το καλοκαίρι του 2009, όταν κατέγραψε τη θερμοκρασία εντός δέκα οικιστικών κτιρίων στη Δυτική Αττική . Σε αυτήν την περίπτωση η μέση θερμοκρασία κατά την περίοδο μελέτης ήταν 29,4°C στα κτίρια που είχαν φυσικό αερισμό και 27,95°C στα κτίρια με μηχανικό αερισμό, ενώ οι μέγιστες καταγεγραμμένες θερμοκρασίες ήταν 38,9°C και 35,5°C αντιστοίχως. Διαπιστώθηκε επίσης ότι οι υψηλότερες θερμοκρασίες καταγράφηκαν στα κτίρια με ανατολικό προσανατολισμό και ανεπαρκή συστήματα σκίασης.
Η επόμενη και πιο πρόσφατη καταγραφή έγινε το καλοκαίρι του 2024 σε 45 ευάλωτα νοικοκυριά στον Δήμο Αθηναίων . Η μέση εσωτερική 11 καταγεγραμμένη θερμοκρασία ήταν στους 31,4°C, η υψηλότερη καταγεγραμμένη θερμοκρασία στους 37,6°C, ενώ στα περισσότερα η θερμοκρασία κυμαίνονταν ανάμεσα στους 28 και 34°C . Ανησυχητική ήταν 12 και η συγκέντρωση CO₂, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν διπλάσια από το ανώτατο υγιεινό όριο των 1.000 ppm.
Η ανάγκη για ψύξη σπρώχνει τις απαιτήσεις των νοικοκυριών για ενέργεια
H ψύξη αποτελεί ακόμα μόνο το 1% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το 5% στην Ελλάδα . Ωστόσο η επίδραση της αύξησης των θερμοκρασιών στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας είναι εμφανής, με μελέτες να υπολογίζουν ότι για κάθε αύξηση της εξωτερικής θερμοκρασίας κατά 1°C, η ζήτηση ενέργειας για ψύξη αυξάνεται κατά 5-20% . Δεν συνιστά έκπληξη επομένως ότι την περίοδο 2000-2015, ήταν η τελική χρήση ενέργειας με τις μεγαλύτερες αυξητικές τάσεις στην ΕΕ, καταγράφοντας ετησίως αύξηση 6%, με την Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα να ευθύνονται αθροιστικά για το 70% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας για ψύξη των κατοικιών.
Πιο συγκεκριμένα για την Ελλάδα, η αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας λόγω αυξανόμενων αναγκών ψύξης αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα διαθέσιμα δεδομένα. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενο έργο Οdysee-Mure, μεταξύ 2000 και 2022, η κατανάλωση ενέργειας του μέσου ελληνικού νοικοκυριού λόγω χρήσης κλιματιστικών αυξήθηκε κατα 265% . Τα δεδομένα της Eurostat δείχνουν μια αντίστοιχη εικόνα αν και με 17 σημαντικά μικρότερης κλίμακας αύξηση, καθώς μεταξύ 2015 και 2023 καταγράφουν μια αύξηση 38% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας των νοικοκυριών στη χώρα για ανάγκες ψύξης.
Αυτή η εκρηκτική αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας για ψύξη που καταγράφεται τις τελευταίες δεκαετίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ραγδαία εξάπλωση των κλιματιστικών στη χώρα. Η ανάγκη για μηχανική ψύξη έγινε μαζικό κοινωνικό φαινόμενο στην Ελλάδα ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν διαδοχικά κύματα καύσωνα την περίοδο 1987-1989 οδήγησαν σε αλματώδη αύξηση των πωλήσεων κλιματιστικών , πορεία που συνεχίζεται τα τελευταία χρόνια καθώς η ετήσια ζήτηση για κλιματιστικά το 2023 έφτασε τις 400 χιλιάδες μονάδες, καταγράφοντας αύξηση κατά 57% σε σύγκριση με το 2019.
Διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι το 2015, σχεδόν ένα στα τρία ελληνικά νοικοκυριά διέθετε τουλάχιστον μία μονάδα , με υψηλότερη πυκνότητα συσκευών να εντοπίζεται στα φτωχότερα νοικοκυριά, που κατοικούν σε μικρότερα και θερμικά υποβαθμισμένα σπίτια . Μάλιστα, σύμφωνα με μελέτη του 2024 που δημοσιεύτηκε στο πλαίσιο προγράμματος με βασικό επωφελούμενο το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος δαπανούν έως και 95% περισσότερη ενέργεια για ψύξη ανά άτομο και μονάδα επιφάνειας, κυρίως επειδή ελάχιστα εξ αυτών διαθέτουν βασικές υποδομές όπως θερμομόνωση και διπλά τζάμια.
Η μαζική αυτή χρήση δημιουργεί και τις αντίστοιχες πιέσεις στο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας. Σε θερμά κλίματα όπως το ελληνικό, η χρήση κλιματιστικών μπορεί να ευθύνεται για έως και 60% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη θερινή περίοδο, ιδίως σε αστικά κέντρα . Δεν είναι τυχαίο ότι, εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, οι ετήσιες αιχμές ζήτησης ενέργειας καταγράφονται σχεδόν αποκλειστικά τον Ιούλιο . Χαρακτηριστικά, το καλοκαίρι του 2024, όταν οι θερμοκρασίες έφτασαν σε ιστορικά υψηλά, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας ήταν η υψηλότερη μηνιαία ζήτηση των τελευταίων 10 ετών , γεγονός που συνέβαλε σημαντικά στην υψηλή μέση τιμή ενέργειας στη χονδρική αγορά ηλεκτρισμού.
Όρια θερμικής άνεσης και οι προκλήσεις της “προσαρμογής”
Καθώς η επιβάρυνση των νοικοκυριών στην Ελλάδα από τις υψηλές θερμοκρασίες αυξάνεται, αναδεικνύεται με ένταση το ερώτημα: ποιο είναι το όριο πάνω από το οποίο η θερμοκρασία εντός κατοικίας παύει να είναι ανεκτή και αρχίζει να θέτει σε κίνδυνο την υγεία και την ευημερία των κατοίκων;
Υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις για τον καθορισμό των ορίων της υπερθέρμανσης ενός χώρου: η στατική και η προσαρμοστική . Η στατική 27 προσέγγιση βασίζεται σε ένα σταθερό όριο θερμοκρασίας, το οποίο θεωρείται «ανώτατο επιτρεπτό» ανεξαρτήτως του περιβάλλοντος ή των χαρακτηριστικών των χρηστών. Αντίθετα, η προσαρμοστική προσέγγιση λαμβάνει υπόψη ότι οι άνθρωποι ανταποκρίνονται με διαφορετικό τρόπο στη θερμότητα, ανάλογα με το πού ζουν, πώς ζουν και τι έχουν συνηθίσει. Έτσι, το όριο δεν είναι απόλυτο, αλλά μετακινείται δυναμικά ανάλογα με τις συνθήκες και την έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες.
Για παράδειγμα, σύμφωνα με το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (2014), η επιθυμητή θερινή θερμοκρασία για κατοικίες ορίζεται στους 26°C. Αντίστοιχα, το πρότυπο Passivhaus ορίζει ως υπερθέρμανση την υπέρβαση των 25°C για πάνω από το 10% του έτους , ενώ το CIBSE συστήνει θερμοκρασίες μεταξύ 23–25°C και τοποθετεί ένα ανώτατο επιτρεπτό όριο στους 28°C για μόλις 1% του χρόνου. Η ASHRAE ορίζει ένα ευρύτερο 31 εύρος 23–28°C, ανάλογα με τη σχετική υγρασία και τις ενδυματολογικές συνθήκες .
Ωστόσο, σε διεθνές επίπεδο, ακόμη και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει ένα σταθερό ή καθολικά «ασφαλές όριο» θερμοκρασίας για όλους τους πληθυσμούς. Σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού, η ικανότητα του ανθρώπινου σώματος να ρυθμίζει αποτελεσματικά τη θερμοκρασία του χωρίς σημαντική καταπόνηση περιορίζεται σε ένα στενό εύρος εξωτερικών θερμοκρασιών, μεταξύ 15°C και 25°C . Επιπλέον, μελέτη του ΠΟΥ ήδη από το 1982 είχε δείξει ότι οι καθιστικοί πληθυσμοί, όπως οι ηλικιωμένοι, διατρέχουν ελάχιστο κίνδυνο όταν η θερμοκρασία εντός κατοικίας διατηρείται μεταξύ 18°C και 24°C . Παρ’ όλα 34 αυτά, ο ίδιος ο Οργανισμός επισημαίνει πως η ερώτηση «ποια θερμοκρασία εντός κατοικίας προκαλεί κινδύνους για την υγεία;» δεν έχει οριστική απάντηση . Η βέλτιστη θερμοκρασία, σημειώνει, εξαρτάται τόσο από τις 35 τοπικές κλιματικές συνθήκες όσο και από τα επιμέρους χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ευαλωτότητα κάθε κοινωνικής ομάδας, όπως η ηλικία, η κατάσταση υγείας ή η κοινωνική απομόνωση.
Η θέση αυτή μας οδηγεί πίσω στην προσαρμοστική προσέγγιση: οι άνθρωποι, είτε από ανάγκη είτε από συνήθεια, συχνά δηλώνουν άνεση σε θερμοκρασίες που, με βάση τα τεχνικά πρότυπα, θεωρούνται επισφαλείς. Η εμπειρική καταγραφή των συνθηκών διαβίωσης ενισχύει την εγκυρότητα αυτής της προσαρμοστικής πραγματικότητας.
Στην έρευνα πεδίου σε κατοικίες του Δήμου Αθηναίων του 2024 που αναφέρθηκε προηγουμένως, το 56% των συμμετεχόντων χαρακτήρισε «άνετη» τη θερμική κατάσταση στο εσωτερικό του σπιτιού του, ακόμη και όταν η θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 28°C . Το εύρημα αυτό δεν είναι καινούργιο, καθώς στην μελέτη του 2009 σε κατοικίες της Δυτικής Αττικής, οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι αισθάνονται «ουδέτερα» ή αποδεκτά σε θερμοκρασίες μεταξύ 27°C και 28°C κατά την καλοκαιρινή περίοδο .
Η επιστημονική βιβλιογραφία αναγνωρίζει πλέον ότι η προσαρμογή στις θερμικές συνθήκες δεν είναι απλώς ζήτημα βιολογικής αντοχής. Αντίθετα, αποτελεί το αποτέλεσμα σύνθετων αλληλεπιδράσεων μεταξύ περιβαλλοντικών, κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων .
Το κλίμα της περιοχής, η εποχικότητα, τα κοινωνικά πρότυπα, ο τρόπος ζωής, η τυπολογία της κατοικίας, το εισόδημα, το επίπεδο ενημέρωσης, οι προσωπικές προσδοκίες, αλλά και η πρόσβαση σε μέσα ανακούφισης (όπως o κλιματισμός, ο φυσικός αερισμός ή η θερμομόνωση) επηρεάζουν καθοριστικά το πώς αντιλαμβάνεται ο κάθε άνθρωπος τη ζέστη ή το κρύο . Ωστόσο, παρότι τελικά το φαινόμενο της «θερμικής ανοχής» μπορεί να εκληφθεί ως αποτέλεσμα της ποικιλομορφίας της ανθρώπινης εμπειρίας και ως σημάδι προσαρμοστικότητας, θέτει παράλληλα ένα δύσκολο ερώτημα: μήπως η αποδοχή της θερμικής δυσφορίας κανονικοποιεί την επισφάλεια;
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, οι περίοδοι πολύ υψηλών θερμοκρασιών αποτελούν τις πλέον θανατηφόρες μορφές ακραίων καιρικών φαινομένων, καθώς το 86% έως 91% των θανάτων από τέτοια φαινόμενα την περίοδο 1980–2020 συνδέονται με καύσωνες, αντιπροσωπεύοντας τελικά 77.000-129.000 θανάτους . Η διάσταση του προβλήματος καθίσταται ακόμη πιο ανησυχητική αν λάβουμε υπόψη το εύρημα ερευνών που δείχνει ότι η αυξημένη θνησιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από τις απόλυτες θερμοκρασίες, αλλά και από τη συσσώρευση της έκθεσης σε θερμότητα σε συνεχόμενες ημέρες . Χαρακτηριστικά, μελέτη έδειξε ότι σε ημερήσια θερμοκρασία 30°C, οι εισαγωγές σε νοσοκομεία για εμφράγματα αυξήθηκαν κατά 10%, ενώ με μέσο όρο τριών ημερών στους 27°C, η αύξηση έφτασε το 38%. Δηλαδή, ακόμη και μέτρια επεισόδια καύσωνα, όταν είναι παρατεταμένα, μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Κατά τη διάρκεια του Ιουλίου 2023, η χώρα κατέγραψε μία από τις υψηλότερες αυξήσεις θανάτων στην Ευρώπη, με το ποσοστό υπερβάλλοντων θανάτων να φτάνει το 139% του μέσου όρου της περιόδου 2016–2019 . Τον Ιούλιο του 2024 η εικόνα επαναλήφθηκε, καθώς σύμφωνα με πιο πρόσφατα δεδομένα, η Ελλάδα εμφάνισε τη δεύτερη υψηλότερη αύξηση υπερβάλλοντων θανάτων στην Ευρώπη (21,4%), αμέσως μετά τη Μάλτα (27%) . Παρότι τα νούμερα αυτά αντιπροσωπεύουν όλες τις αιτίες θνησιμότητες, η Eurostat σημειώνει ότι στη μετα-Covid εποχή ο παραπάνω δείκτης καταγράφει την επίδραση των καυσώνων του καλοκαιριού και των ιώσεων του χειμώνα . Σύνδεση που επιβεβαιώνεται από τα συμπεράσματα μιας άλλης μελέτης σύμφωνα με την οποία , το καλοκαίρι του 2022, η Ελλάδα είχε 280 θανάτους λόγω καύσωνα ανά εκατομμύριο πληθυσμού, πίσω μόνο από την Ιταλία, μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Σημαντικό να τονιστεί ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία το νούμερο αυτό αφορούσε ανθρώπους άνω των 80 ετών.





0 σχόλια: