Η εναγώνια αναζήτηση της μεταπολεμικής Αμερικής για πνευματική καθοδήγηση και καίριες απαντήσεις, μέσα από μια υπέρκομψη ταινία με εξαιρετικές ερμηνείες, αλλά άνιση και εξαντλητική αφήγηση.
Όπως και στις «Ξέφρενες νύχτες» (1997) του –όπου παρακολουθούσαμε την «οικογενειακή» ζωή μιας... αγέλης πορνοστάρ–, έτσι κι εδώ ο καλιφορνέζος σκηνοθέτης καταδύεται σε μια ιδιότυπη οικογένεια. Τη συναποτελούν οι πραγματικοί συγγενείς και οι υπερπρόθυμοι οπαδοί του αυτόκλητου πνευματικού καθοδηγητή Λάνκαστερ Ντοντ, οι οποίοι πιστεύουν πως έχουν βρει το νόημα της ζωής (τούτης δω, αλλά και κάμποσων προηγούμενών τους) μέσα από τα κηρύγματα και τις μεθόδους του Σκοπού (The Cause). Η ανθηρή περσόνα και οι χειριστικές πρακτικές του Ντοντ έχουν, βέβαια, εκλεκτικές συγγένειες με τον Ελ Ρον Χάμπαρτ (1911-1986), το συγγραφέα-ιδρυτή της Σαϊντεολογίας. Όσοι, όμως, περιμένουν πως θα δουν μιαν, άτυπη έστω, βιογραφία του διαβόητου γκουρού που έχει δέσει στο ζωνάρι του αστέρες, όπως ο Τομ Κρουζ κι ο Τζον Τραβόλτα, θα απογοητευτούν. Εκείνο που πρωτίστως ενδιαφέρει τον Άντερσον είναι το ψυχοκοινωνικό πλαίσιο που, στον απόηχο των τραυμάτων του Β’ Παγκόσμιου, έσπρωξε τη μεσοαστική Αμερική προς τέτοιες «ψυχοβελτιωτικές» αναζητήσεις. Και σε αυτό το πεδίο η ταινία σκοράρει αναμφισβήτητα.
Εκεί, όπου το «The Master» χωλαίνει, πλατειάζει (πολλή διάρκεια, αδελφέ) κι ενίοτε επαναλαμβάνεται είναι στη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των δυο κεντρικών ηρώων: του Αφέντη-Ντοντ και του αλκοολικού, ανερμάτιστου, πηδηχταρά και ψυχικά ασταθούς βετεράνου του πολεμικού ναυτικού, Φρέντι Κουέλ, ο οποίος προσδένεται εμμονικά αλλά και κάπως αβέβαια στο άρμα του Σκοπού. Υπάρχει, βέβαια, εκεί προς το τέλος της ταινίας (όταν έχεις ψιλοαποκάμει, δηλαδή) μια συγκλονιστική σκηνή μεταξύ των δυο αντρών, όπου ο Αφέντης λέει στο ανακόλουθο πρωτοπαλίκαρό του: «Αν βρεις τον τρόπο να ζεις χωρίς αφέντη, οποιοδήποτε αφέντη, να μας το πεις οπωσδήποτε και σε μας τους υπόλοιπους• γιατί θα’σαι ο πρώτος στην ιστορία της ανθρωπότητας». Ευτυχώς δε, η εν λόγω σκηνή εκτυλίσσεται χωρίς τη μουσική υπόκρουση (του Τζόνι Γκρίνγουντ των Radiohead), που συνοδεύει το σύνολο σχεδόν της ταινίας –επιλογή που επίσης βρήκα ατυχή, σχεδόν εκνευριστική...
Κατά τα λοιπά, οι ερμηνείες είναι όντως ο άσος στο μανίκι αυτής της ενδιαφέρουσας, μα όχι καταπληκτικής, ταινίας. Ο Χόφμαν, υπέροχος ξανά, εναλλάσσει και πάλι ένα χιουμοριστικό, σκανταλιάρικο joie de vivre, με τις ευφραδείς, συνομοσιωλογικές μπουρδολογίες και την καταπιεσμένη οργή και φιλοδοξία που παρεπιδημούν στην ψυχή του Μάστερ Λάνκαστερ Ντοντ. Συγκλονιστικός –από τον τσιτωμένο τρόπο που στέκει το λιπόσαρκο σώμα του, ώς τον αχανή πόνο που φωλιάζει στο βλέμμα του– ο Φίνιξ, υποδύεται με κάθε του κύτταρο τον ταλανισμένο βετεράνο, Φρέντι Κουέλ. Κι έχει, μεταξύ πολλών άλλων, και μια εξαιρετική σκηνή, όπου η μεθοδολογία του Σκοπού τίθεται δημιουργικά στην υπηρεσία ενός ποταπού... πηδήματος. Θαυμάσια και η Άνταμς, στο ρόλο της Πέγκι Ντοντ, της μητριαρχικής συζύγου του Αφέντη, η οποία, πίσω από τη χαμηλοβλεπούσα αυτοσυγκράτηση ουσιαστικά κινεί με σκληρότητα τα νήματα του όλου «πνευματικού» οικοδομήματος του «The Master». Ωραιότατα κοστούμια (Μαρκ Μπρίτζες) και αξιομνημόνευτη φωτογραφία (Μίχαϊ Μαλαϊμάρε Τζούνιορ) πάνω στο κλασικό, και σπανιότατο πια, φιλμ των 65mm, το οποίο ανέσυρε ο Άντερσον για να τονίσει ακόμη περισσότερο το άρωμα του ’50.
Πηγη 
-->
ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΤΕ ΤΡΕΛΟ ΓΑΙΔΟΥΡΙ WEB RADIO ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΣΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ : http://trelogaidouri.listen2myradio.com/

-->


0 σχόλια: