Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

SUPER LEAGUE

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Η κρίση επηρέασε ακόμη και το Χόλιγουντ



Η Τζόντι Φόστερ μιλάει για την ταινία που σκηνοθέτησε «Ο άλλος μου εαυτός»


Από τις πιο ακριβοπληρωμένες ηθοποιούς του Χόλιγουντ, βραβευμένη με δύο Οσκαρ (το 1989 για την ταινία «Οι κατηγορούμενοι» και το 1991 για την ταινία «Η σιωπή των αμνών»), η 49χρονη σήμερα Τζόντι Φόστερ ξεκίνησε την καριέρα της γυρίζοντας διαφημιστικά από την ηλικία τριών μόλις χρόνων, ενώ στα 6 της χρόνια άρχισε να παίζει σε παιδικές ταινίες της «Ντίσνεϊ». Η ταινία όμως που την έκανε διάσημη, 13 μόλις χρόνων, ήταν «Ο ταξιτζής» του Μάρτιν Σκορσέζε, στην οποία η Τζόντι ερμήνευε μια 12χρονη πόρνη.

Για ένα διάστημα θα συνεχίσει να γυρίζει παιδικές ταινίες, μέχρι το «Οι κατηγορούμενοι» (1988), όπου ερμήνευε τη νεαρή γυναίκα που είχε βιαστεί από μια συμμορία, ρόλο για τον οποίο κέρδισε το πρώτο της Οσκαρ. Λίγο αργότερα θα κερδίσει και δεύτερο Οσκαρ για τον πιο διάσημο ρόλο της καριέρας της, εκείνον του πράκτορα του FBI στην ταινία «Η σιωπή των αμνών». Θ' ακολουθήσουν μια σειρά ρόλοι σε διαφορετικών ειδών ταινίες (από θρίλερ και δράματα μέχρι μιούζικαλ και περιπέτειες επιστημονικής φαντασίας) που θα δείξουν τη μεγάλη γκάμα του ταλέντου της, ενώ, παράλληλα, από τη δεκαετία του '90 η Τζόντι γίνεται και παραγωγός και σκηνοθέτρια. Σκηνοθετεί την πρώτη της ταινία, «Ο μικρός κύριος Τέιτ», το 1991, και το 1995 το «Πίσω στο σπίτι για τις διακοπές». Θα περάσουν 15 χρόνια πριν η Τζόντι επιστρέψει, πίσω από την κάμερα, για την ταινία «Ο άλλος μου εαυτός», που πρωτοείδαμε στις Κάνες και που τώρα προβάλλεται στις αίθουσες.

Η ταινία παρουσιάζει το δράμα ενός ανθρώπου, του Γουόλτερ, που η κατάθλιψη τον οδηγεί στον αλκοολισμό. Για να ξεπεράσει το πρόβλημά του βρίσκει έναν πρωτότυπο τρόπο, τη «συνομιλία» με μια μαριονέτα κάστορα, που ο ίδιος μιμείται τη φωνή της. Ρόλο για τον οποίο η Τζόντι επέλεξε έναν παλιό συμπρωταγωνιστή και στενό φίλο της, τον Μελ Γκίμπσον, που είχε αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα κατάθλιψης και αλκοολισμού καθώς και άλλα προβλήματα λόγω των δηλώσεών του ενάντια στους Εβραίους. Στις Κάνες, στη συνέντευξη Τύπου, η Τζόντι Φόστερ μάς μίλησε τόσο για το στενό της φίλο όσο και για την ταινία και την καριέρα της.

- Γιατί άργησες τόσο πολύ να ξανασκηνοθετήσεις;

«Ναι, πέρασαν 15 χρόνια. Αλλά όταν διάβασα αυτό το σενάριο το βρήκα πολύ όμορφο και έτσι αποφάσισα να το σκηνοθετήσω. Σκηνοθετώ ταινίες που είναι πολύ προσωπικές και είναι πολύ δύσκολο να βρεις τέτοιες ταινίες κι ακόμη πιο δύσκολο να βρεις τα χρήματα για να τις γυρίσεις. Κι αυτό σου παίρνει πολύ χρόνο κι ενέργεια, γι' αυτό μου πήρε τόσο πολύ».

-Δεν φοβήθηκες την αντίδραση του κοινού όταν αποφάσισες να πάρεις για πρωταγωνιστή τον Μελ Γκίμπσον, ο οποίος στην Αμερική, το τελευταίο διάστημα, είχε προκαλέσει διάφορα προβλήματα;

«Ναι, φοβήθηκα. Πάντως, το πρώτο καθήκον ενός σκηνοθέτη είναι να επιλέξει τον πιο κατάλληλο ηθοποιό για το ρόλο που ψάχνει. Και γι' αυτή την ταινία, δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο ηθοποιό για το ρόλο αυτό από τον Μελ. Ηταν πρώτος στη λίστα μου γιατί, πάνω απ' όλα, είναι ο καλύτερος που καταλαβαίνει πώς να χειριστεί το χιούμορ, την ελαφρότητα αλλά και τη χάρη του χαρακτήρα. Πίστεψέ με, δεν υπάρχουν πολλοί ηθοποιοί σήμερα που να μπορούν να τα συνδυάσουν όλα αυτά».

-Πού στηρίζεται η αφοσίωσή σου αυτή στον Γκίμπσον;

«Τον γνωρίζω και είναι φίλος εδώ και χρόνια. Είναι από τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς του Χόλιγουντ. Ως φίλος είναι ευγενικός, αφοσιωμένος, είναι και περίπλοκο άτομο και σέβομαι αυτή την περιπλοκότητά του. Η ερμηνεία που έδωσε στην ταινία είναι εξαιρετική και του είμαι ευγνώμων γι' αυτό».

-Πώς εργάστηκε στην ταινία ο Γκίμπσον;

«Ως ηθοποιός αλλά και ως σκηνοθέτις δεν μπορώ να αναλάβω την ευθύνη ούτε να αποδεχθώ τους επαίνους για τις καλές ερμηνείες των ηθοποιών μου. Ο Μελ επεξεργάστηκε ο ίδιος και δούλεψε σκληρά για να δώσει το ρόλο του αυτό. Με έναν τρόπο εξαιρετικό. Τόλμησε και προχώρησε σε μονοπάτια δύσκολα, που γνώριζε ο ίδιος από προσωπική εμπειρία, θέλοντας να αλλάξει ο ίδιος και του είμαι ευγνώμων γι' αυτή του την ερμηνεία. Η ερμηνεία αυτή είναι αποκλειστικά δική του».

-Γιατί ως κάστορας μιλάει με κόκνεϊ προφορά;

«Το αποφασίσαμε γιατί είναι προφορά ανθρώπων εργατικής τάξης και είναι κάτι που κληρονόμησε από τον πατέρα του. Ο κάστορας εκπροσωπεί όλα όσα δεν είναι ο Γουόλτερ και αποφασίσαμε πως ο κάστορας θα ήταν πιο "μάτσο", πιο δυνατός σωματικά αλλά και σέξι, κάπως απομακρυσμένος από τα αισθήματα του Γουόλτερ».

-Πιστεύεις πως ο ρόλος αυτός θα αποκαταστήσει τη φήμη του Μελ έπειτα απ' όσα έπαθε πρόσφατα;

«Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι πως το ότι έφτιαξε την ταινία είναι κάτι υπέρ του. Του επέτρεψε να εξετάσει τον εαυτό του και πρέπει να είχε κάποια θεραπευτική αξία. Ξέρω πως είναι υπερήφανος για το ρόλο που έδωσε και θέλει οι άνθρωποι να δουν αυτή του την πλευρά».

-Ο Γουόλτερ λύνει τα προβλήματά του με μια μαριονέτα. Πώς λύνεις εσύ τα δικά σου;

«Σ' αυτή την ταινία ο Γουόλτερ έχει να επιλέξει ανάμεσα σε μια ισόβια καταδίκη και μια καταδίκη σε θάνατο. Πρέπει δηλαδή ή να πέσει από ένα γεφύρι ή να παραμείνει σε μια απάθεια για την υπόλοιπη ζωή του. Κάποια στιγμή ανακαλύπτει μια τρίτη επιλογή. Ενα εργαλείο επιβίωσης που το βάζει στο χέρι του (σ.σ. εννοεί τη μαριονέτα κάστορα). Ολοι μας έχουμε ένα εργαλείο επιβίωσης. Εγώ γυρίζω ταινίες, ίσως αυτό να είναι το δικό μου εργαλείο επιβίωσης. Ο δικός μου τρόπος είναι να φτιάχνω ταινίες γι' αυτά, να βλέπω τα προβλήματα και τις τραγωδίες μου και να βλέπω κι ένα τέλος σ' αυτό. Είναι ένα είδος διανοητικής διαδικασίας. Η μισή διαδικασία είναι διανοητική και η άλλη μισή συναισθηματική».

-Τι μήνυμα προσπαθείς να μεταδώσεις στην ταινία;

«Ελπίζω να μη μεταδίδω μηνύματα. Ο τελικός σκοπός μου είναι να παρουσιάσω χαρακτήρες που θέλουν να συνεννοούνται αλλά δεν τα καταφέρνουν. Ο Γουόλτερ είναι ένας μοναχικός, καταθλιπτικός άνθρωπος που θέλει να συνεννοηθεί, αλλά δεν τα καταφέρνει παρ' όλες τις προσπάθειές του. Δεν πρέπει να είσαι μόνος και να αποξενώνεσαι από την κοινωνία, χρειάζεται να έχεις επαφή με τους άλλους. Αυτή η επαφή είναι το μόνο που μπορεί να σε σώσει».

-Στην Αμερική η ταινία είχε ανάμικτη αντιμετώπιση από κριτικούς και κοινό... Θα πάει καλύτερα στην Ευρώπη;

«Η ταινία είναι διαφορετική από τις συνηθισμένες του Χόλιγουντ. Είναι ανεξάρτητη, δεν φτιάχτηκε για να αρέσει σε όλους. Προσπαθεί να δώσει κάτι το διαφορετικό και αυθεντικό. Παρόλο που η ιστορία καταπιάνεται μ' εκείνη μιας οικογένειας, από την άλλη έχει, από κινηματογραφικής πλευράς, μια ευρωπαϊκή αντιμετώπιση. Οι Αμερικανοί θεατές θέλουν να ξέρουν αν βλέπουν δράμα ή κωμωδία. Πάντως δεν μπορείς να πεις ότι φτιάχνεις κάτι για ένα συγκεκριμένο κοινό. Από τη στιγμή που αρχίζεις να λες στο κοινό θ' αρέσει αυτό ή εκείνο, σίγουρα θα φτιάξεις μια κακή ταινία. Στα 45 χρόνια που εργάζομαι στη βιομηχανία του κινηματογράφου δεν μπορώ να πω ότι είμαι το μποξ-όφις μου. Ελπίζω απλώς πως οι ταινίες μου θα βρουν το κατάλληλο κοινό».

-Πώς αντιμετωπίζεις το διπλό ρόλο της σκηνοθέτιδας και ηθοποιού;

«Είναι πολύ δύσκολο, ιδιαίτερα να διευθύνεις ηθοποιούς. Η καλή πλευρά είναι πως έχεις στο κεφάλι σου τη συγκεκριμένη σκηνή και το πώς περιμένεις τον ηθοποιό να την αποδώσει. Συχνά έχεις διαφορετικό αποτέλεσμα, αλλά έχεις και ευχάριστες εκπλήξεις».

-Ως ηθοποιός πώς αντιμετωπίζεις το θέμα των ψυχολογικών προβλημάτων;

«Κατ' αρχάς στους ηθοποιούς αρέσει η ψυχολογία. Γι' αυτό είμαστε ηθοποιοί. Οι ρίζες της ψυχολογίας βρίσκονται στην οικογένεια. Γι' αυτό και με τραβάνε τα θέματα αυτά, οι λεπτομέρειες των σχέσεων, το πώς ο ένας έρχεται σ' επαφή με τον άλλο και πώς επηρεάζει ο ένας τον άλλο. Οι ταινίες που γυρίζω καταπιάνονται με την πνευματική κρίση. Η κρίση του Γουόλτερ δεν είναι συγκεκριμένη, είναι κάτι το ψυχολογικό. Τώρα, γιατί κάνω ταινίες είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Ο λόγος ίσως που γυρίζω ταινίες είναι για να αποδεχτώ τις δικές μου ψυχολογικές κρίσεις. Και ο κινηματογράφος μού δίνει μια διέξοδο».

-Πώς βλέπεις τις σημερινές ταινίες που βγαίνουν από το Χόλιγουντ; Είναι καλύτερες ή χειρότερες;

«Δεν είμαι ειδικός σ' αυτά, αλλά μπορώ να πω ότι η κάθε οικονομική αλλαγή που συμβαίνει γενικότερα στην Αμερική επηρεάζει τη βιομηχανία του κινηματογράφου. Ιδιαίτερα η πρόσφατη κρίση είχε μεγάλη επίδραση στις ταινίες του Χόλιγουντ τα τελευταία δύο χρόνια. Αλλά πιστεύω ότι η ψηφιακή τεχνολογία έχει αρχίσει να αλλάζει το τοπίο θετικά. Η τεχνολογία αυτή και όλες οι παρεμφερείς εξελίξεις θα έχουν αποτέλεσμα να βλέπουμε περισσότερες ταινίες στο σπίτι μας παρά στις αίθουσες. Επίδραση έχουν επίσης τόσο οι ταινίες που γυρίζονται σε 3D όσο και οι ταινίες που γυρίζονται για όλη την οικογένεια. Πιστεύω ακόμη πως ταινίες με αυθεντικούς ανθρώπους και θέματα θα μοιράζονται τις οθόνες μαζί με ρομαντικές κωμωδίες και άλλα κινηματογραφικά είδη».

-Τι ζητάς από τους ηθοποιούς;

«Ως σκηνοθέτης γι' αυτήν την ταινία μου έψαξα για κάποιον που να είναι καλός γονέας και να ξέρει προς τα πού πάει. Για παράδειγμα, όταν ξέρεις πως το τρένο φεύγει στις 9 δεν πρέπει να φτάσεις στο σταθμό στις 9 και 22 λεπτά. Από την άλλη πλευρά, να κατανοείς και να αγαπάς κάθε προσπάθεια που κάνεις. Πρέπει επίσης να έχεις πειθαρχημένο όραμα και πειθαρχημένη φωνή και να είσαι πολύ ευγενικός με τον εγωισμό σου. Να σου επιτρέπει να ρισκάρεις και να αισθάνεται άνετα μ' αυτό».

-Και ως ηθοποιός τι ζητάς από τους σκηνοθέτες;

«Εχω δουλέψει με σκηνοθέτες όλων των ειδών, από πρωτοεμφανιζόμενους μέχρι ανεξάρτητους, καθώς και σκηνοθέτες του παραδοσιακού Χόλιγουντ. Ο καθένας έχει το δικό του τρόπο δουλειάς. Αλλοι κάνουν πρόβες κι άλλοι δεν κάνουν. Εκείνο που χρειάζεται είναι να καταλάβεις το όραμά του και να μπορέσεις να το υλοποιήσεις. Αυτή ήταν πάντα η φιλοσοφία μου. Το μόνο πράγμα που μπορεί να με εξωθήσει στα άκρα και να μην ξέρω τι κάνω είναι ένας σκηνοθέτης που να μην ξέρει τι θέλει και που δεν έχει καθαρό όραμα. Αυτό είναι φριχτό για τον ηθοποιό».

-Πώς είναι σήμερα οι γυναίκες σκηνοθέτες στο Χόλιγουντ;

«Στην Ευρώπη δεν νομίζω ότι υπήρχε πρόβλημα. Στην Αμερική δεν είναι το ίδιο. Δεν υπάρχει βέβαια καμιά συνωμοσία, το πρόβλημα είναι περισσότερο ψυχολογικό. Στην κουλτούρα μας οι γυναίκες, είτε σκηνοθέτιδες είτε παραγωγοί είτε στελέχη των εταιρειών, θεωρούνται μεγάλο ρίσκο. Αλλά τελευταία αυτό αλλάζει, παράδειγμα η Κάθριν Μπίγκελοου, που κέρδισε το Οσκαρ».

-Η διασημότητα αυξάνει τη μοναχικότητα;

«Δεν ξέρω αν γι' αυτό φταίει η διασημότητα. Προσωπικά ήμουν μοναχικό παιδί αλλά μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου. Σ' αυτό υπάρχει κάτι το όμορφο αλλά υπάρχει και το μοναχικό. Ολοι οι ηθοποιοί αγαπούν τη μοναξιά αλλά, ταυτόχρονα, τη μισούν».
Πηγη:enet.gr


ΤΡΕΛΟ ΓΑΪΔΟΥΡΙΤΡΕΛΟ ΓΑΪΔΟΥΡΙ
Bookmark and Share
ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΤΕ ΤΡΕΛΟ ΓΑΙΔΟΥΡΙ WEB RADIO ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΣΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ : http://trelogaidouri.listen2myradio.com/

SHARE THIS

Author:

0 σχόλια: